Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Γιώργος Τζαβέλλας: την έλλειψη να την κάνουμε πρωτοτυπία

Σκηνοθέτης, θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος, στιχουργός. 

Αυτοδίδακτος κινηματογραφιστής και παθιασμένος κινηματογραφόφιλος της εποχής του, έδωσε πνοή σε παραδοσιακά κινηματογραφικά είδη, όπως το κοινωνικό μελό και η πικρή κωμωδία.
Έπλασε, με τη βοήθεια σπουδαίων ηθοποιών, χυμώδεις χαρακτήρες, καθημερινούς τύπους, αξέχαστες φιγούρες που ποτίζονται από την τρυφερότητα και την ευαισθησία του.
Οι ταινίες του φανερώνουν μαστοριά και μεράκι, κι απομακρύνονται ταυτόχρονα από τη γραφικότητα και την ηθικολογία που ταλαιπώρησαν τον ελληνικό κινηματογράφο. 
Παραμένει, ουσιατικά, ένας άγνωστος σκηνοθέτης, που τον τυλίγει η σιωπή και η λησμονιά. Δεν είναι ασφαλώς ένας άγνωστος σκηνοθέτης, που το έργο του προαεγγίζεται σήμερα σαν terra incognita. Αναμφισβήτητα, όμως, η αναγνώρισή του από τον εγχώριο κινηματογραφικό κόσμο εξαντλείται περισσότερο, όσο περνούν τα χρόνια, σε μια νοσταλγική και, εν τέλει, μουσειακή αποδοχή, που συσκοτίζει την αξία και το μέτρο του."
Μιχαλης Δημόπουλος *
Γεννιέται το 1916 στα Εξάρχεια και μεγαλώνει στην Κυψέλη, σε μια εύπορη οικογένεια (ο πατέρας του είναι μεγάλο όνομα της αθηναϊκής δημοσιογραφίας). Είναι απόγονος του οπλαρχηγού Λάμπρου Τζαβέλλα.

Δελφικές Γιορτές - 1927
Το 1927 ο Άγγελος Σικελιανός και η σύζυγός του Εύα Πάλμερ διοργανώνουν τις πρώτες Δελφικές Γιορτές και ο μαθητής Γιώργος Τζαβέλας τις παρακολουθεί μαγεμένος.
Αποφασίζει τότε πως κάποτε θα ασχοληθεί κι ο ίδιος με την τραγωδία.

Ασχολείται με τον αθλητισμό, παίζει ποδόσφαιρο και αναδεικνύεται πανελληνιονίκης στα 60 μέτρα παίδων στα δώδεκά του.

Αγαπημένος του πρωταγωνιστής είναι ο Σαρλό, μαζεύει φωτογραφίες του και τον μιμείται σε συγγενείς και φίλους. Παρακολουθώντας τον αποφασίζει να γίνει συγγραφέας.

Λατρεύει τον κινηματογράφο και αποφασίζει να γίνει σκηνοθέτης:
«Πήγαινα στο σινεμά και καθόμουν από τις 4 ως τις 12 όλη την εβδομάδα και έβλεπα μια ταινία ώσπου να τη μάθω απ' έξω. Έβλεπα πώς γίνεται το πλάνο, ο φωτισμός και διάβαζα όσα βιβλία έβρισκα.»
Η αγάπη του για τη σκηνοθεσία τον οδηγεί στην ίδρυση της... Τζαβ Φιλμ και με μια μηχανή mathe - baby, που αγοράζει μ' ένα φίλο του, γυρίζει τα πρώτα του φιλμ.

Το 1935 εγγράφεται στη νομική για να κάνει το χατήρι του πατέρα, στον οποίο καθόλου δεν αρέσουν οι καλλιτεχνικές τάσεις του γιου του.

Νίκος Τσιφόρος


Το 1936 γράφει, μαζι με το φίλο του Νίκο Τσιφόρο, το πρώτο του θεατρικό έργο, τον "Κλέφτη της καρδιάς μου". Το έργο παρουσιάζεται από το θίασο Μακρή-Χαντά-Οικονόμου με τη μορφή οπερέτας, τη μουσική της οποίας γράφει ο ίδιος ο Τζαβέλλας, αν και δεν γνωρίζει νότες.





Στην περίοδο της ιταλογερμανικής κατοχής υπηρετεί στο Αλβανικό Μέτωπο και επιστρέφει το 1944.
Την ίδια χρονιά γράφει και σκηνοθετεί τα, θρυλικά πια, "Χειροκροτήματα". Εμπνέεται το σενάριο από τη ζωή του Αττίκ (Κλέωνα Τριανταφύλλου), του μεγάλου ονόματος του ελαφρού τραγουδιού του '30, που ζει τώρα απομονωμένος και φτωχός. Θυμίζει τα "Φώτα της ράμπας" του Τσάρλι Τσάπλιν. 

Αττίκ



Στην ταινία πρωταγωνιστεί, κάνοντας τη μοναδική κινηματογραφική του εμφάνιση, ο ίδιος ο Αττίκ:




ένας διάσημος συνθέτης, που βρίσκεται τώρα στη δύση της καριέρας του, κρυφά ερωτευμένος με μια νέα τραγουδίστρια, για να την κάνει πρώτο όνομα στο θέατρο βάζει υποθήκη το σπίτι του. Όταν ανακαλύπτει ότι εκείνη έχει σχέση με ένα νεαρό βιολιστή, τη διώχνει, εγκαταλείπει το θέατρο, αφού έχει περάσει πια η μόδα του και παίζει στις ταβέρνες για να επιβιώσει.
Αττίκ
 Η νεαρή τραγουδίστρια γίνεται διάσημη και ο συνθέτης επιστρέφει στο θέατρο για να τη δει. Εκείνη τον καλεί να ανέβει στη σκηνή. Γερασμένος και εξασθενημένος, τη συνοδεύει στο πιάνο και, καθώς καταχειροκροτείται, πεθαίνει από τη συγκίνηση (λίγες μέρες μετά την ολοκήρωση της ταινίας, ο Αττίκ αυτοκτονεί).

Τα γυρίσματα είναι όλα εσωτερικά και νυχτερινά για την εξοικονόμηση ρεύματος και πραγματοποιούνται στο στούντιο Νόβακ-Ωρίων, τα πλάνα με το κοινό πραγματοποιούνται στον κινηματογράφο Ρεξ.

Η αρχή της τανίας

«Ήταν μια σκηνή όπου ο Αττίκ έπρεπε να κλάψει, αλλά δεν μπορούσε.
-Γιώργο, βρίσε με, άμα με βρίσεις, θα κλάψω!
-Είστε παλιάνθρωπος, είστε αχρείος, είστε ουτιδανός.
-Βρίσε με, όχι έτσι!
-Μα, δεν μπορώ, κύριε Αττίκ!
Κύριε, Τζαβέλλα, να τον βρίσω εγώ; πετάγεται ένα ηλεκτρολογάκι.
-Βρίσε!
Ανοίγει ένα στόμα -οχετός!
Έτσι άρχισαν να κυλάνε δάκρυα και γυρίστηκε το πλάνο.
Όταν τελείωσαν, πλησιάζει ο Αττίκ τον Τζαβέλλα.
-Γιώργο, αυτό το παλιόπαιδο να μην το ξαναδώ στο γύρισμα!»


Αττίκ και Δημήτρης Χορν
Στα "Χειροκροτήματα" κάνουν την πρώτη τους κινηματογραφική εμφάνιση οι Γιώργος Φούντας, Γιάννης Φέρμης και Αλέκος Αλεξανδράκης, συμμετέχει και ο Δημήτρης Χορν.
Την πρώτη του Μάη η ταινία, γεμάτη από τις μελωδίες του Αττίκ, κάνει πρεμιέρα και ενθουσιάζει τους θεατές.



Παράλληλα, ο Γιώργος Τζαβέλλας καταγράφει με την κάμερά του πολλές από τις σημαντικές στιγμές της εποχής, όπως την υποστολή της γερμανικής σημαίας από το Γιάννη Γλέζο και το Λάκη Σάντα.

Το 1946 παρουσιάζει την τραγική κωμωδία "Παραμύθι ενός φεγγαριού" και την ταινία "Λησμονημένα πρόσωπα" με το Γιώργο Παππά.


Ένα ζήτημα που απασχολεί το σκηνοθέτη πάντα είναι η ελληνοκεντρική θεματολογία:
«Θα είχαμε πολλά να κερδίσουμε αν στρεφόμασταν σε θέματα καθαρώς ελληνικού χρώματος, εν συνδυασμώ με τις φυσικές καλλονές του τόπου.
Είναι ο μόνος τρόπος ν' αποφύγουμε τη συντριπτική σύγκριση με τον πλούτο των σκηνικών που παρουσιάζουν τα ευρωπαϊκά και αμερικανικά φιλμ.
Μ' άλλα λόγια, την έλλειψη να την κάνουμε πρωτοτυπία, δημιουργώντας ιδιότυπο ελληνικό φιλμ.» δηλώνει σε συνέντευξή του το 1948 και την ίδια χρονιά επιχειρεί να κάνει πράξη αυτή του την πεποίθηση με την ταινία "Μαρίνος Κοντάρας".


Μπίλλη Κωνσταντοπούλου και Μάνος Κατράκης στο "Μαρίνο Κοντάρα"

Το σενάριο της βασίζεται στο ομώνυμο διήγημα του Αργύρη Εφταλιώτη και είναι η πρώτη ελληνική ταινία που συμμετέχει σε φεστιβάλ του εξωτερικού (Βέλγιο, 1949).
Ο Μάνος Κατράκης ερμηνεύει τον πρωταγωνιστή κουρσάρο και συμμετέχουν οι Βασίλης Διαμαντόπουλος, Μπίλλη Κωνσταντοπούλου κ.ά.



"Η Αγνή του λιμανιού" εγκαινιάζει τη συνεργασία του Γιώργου Τζαβέλλα με το Μάνο Χατζιδάκι
Στην εικόνα ο συνθέτης με τη Μαίρη Πορτοκάλλη.

Στη συνέχεια γράφει και σκηνοθετεί το "Μεθύστακα" 1950, το "Γρουσούζη", την "Αγνή του λιμανιού" 1952 (που θεωρείται ο πιο αυθεντικός εκπρόσωπος του νεορεαλισμού), το "Σοφεράκι" 1954 (που κάνει το Μίμη Φωτόπουλο να ξεπεράσει σε δημοφιλία ακόμα και τον Αλέκο Αλεξανδράκη, αλλά και τον πρώτο ηθοποιό που υπογράφει συμβόλαιο αποκλειστικής συνεργασίας με εταιρεία παταγωγής).


Η "Κάλπικη λίρα" κάνει πρεμιέρα στις 24 Γενάρη του 1955

Το 1955 γράφει και σκηνοθετεί την περιβόητη "Κάλπικη λίρα", που ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο και βραβεύεται αποτελώντας την πρώτη διεθνή επιτυχία του ελληνικού κινηματογράφου.
Πρόκειται για μια κοινωνική σάτιρα με τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και πρωταγωνίστρια μια κάλπικη λίρα που αλλάζει χέρια αποδεικνύοντας πως «το χρήμα είναι κάλπικο».
Μια ηθογραφία της εποχής, «μια ιστορία παράξενη, άλλοτε σοβαρή, άλλοτε εύθυμη και καμιά φορά δραματική.» μας λέει ο αφηγητής, Δημήτρης Μυράτ και μας μεταφέρει το κλίμα της ταινίας:

Ο Δημήτρης Μυρ'ατ αφηγητής στην "Κάλπικη λίρα"
«Ο κάλπικος παράς δεν χάνεται ποτέ. Η παροιμία είναι σοφή, όπως όλες οι παροιμίες. Κι αληθινή, όπως η κάλπικη λίρα, που πέρασε στα χέρια μου εχτές το μεσημέρι... Όπως όλοι οι απατεώνες, η κάλπικη λίρα μου έχει άψογη εμφάνιση.»
Αποτελούμενη από τέσσερις αυτοτελείς, όλες "δυνατές", ιστορίες, ερμηνευμένες από τους αγαπημένους ηθοποιούς του κοινού:

Ίλυα Λιβυκού-Βασίλης Λογοθετίδης
Σπεράντζα Βρανά-Μίμης Φωτόπουλος









Δημήτρης Χορν-Έλλη Λαμπέτη
Λαυρέντης Διανέλλος-Ορέστης Μακρής










Την ίδια χρονιά κυκλοφορούν δυο "Αγαπητικοί της βοσκοπούλας". Ο ένας, του Ντίνου Δημόπουλου, βασίζεται στο σενάριο (διασκευή του Κορομηλά) του Γιώργου Τζαβέλλα.
Ακολουθούν "Ο ζηλιαρόγατος" 1956 (βασισμένος σε μπουλβάρ του Γιώργου Ρούσσου), "Μια ζωή την έχουμε" 1958 (η ακριβότερη παραγωγή του Φίνου μέχρι τώρα).


Το 1959 παρουσιάζει, στο θέατρο Αθηνών και με το θίασο Λογοθετίδη, το έργο "Η γυνή να φοβήται τον άνδρα", «μια ρωμαίικη σάτιρα με βαθιές ανθρώπινες ρίζες», όπως ο ίδιος τη χαρακτηρίζει. *

Ακόμα μια ηθογραφία, που, μέσα από τη σχέση ενός ζευγαριού, καταγράφει τις εικόνες της Αθήνας που αλλάζει.
Ο Αντωνάκης και η Ελενίτσα αφήνουν τη σφραγίδα τους στα θεατρικά δρώμενα της εποχής (με το Βασίλη Λογοθετίδη και την Ίλυα Λιβυκού), και παραμένουν μέχρι σήμερα σημαντικό σημείο αναφοράς, μια και το 1965 το θεατρικό μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη
Γιώργος Κωνσταντίνου-
Μάρω Κοντού
(με το Γιώργο Κωνσταντίνου και τη Μάρω Κοντού).
Ο σκηνοθέτης θέλει να της δώσει τον τίτλο "Η αστεφάνωτη", όμως τον ίδιο καιρό ο Νίκος Αβραμέας γυρίζει τη δική του ταινία με αυτόν τον τίτλο.

Η ταινία είναι η τελευταία σκηνοθετική παρουσία του Γιώργου Τζαβέλλα στον κινηματογράφο.
Ταξιδεύει και αυτή στο εξωτερικό και παίρνει βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ του Σικάγο.



Το 1961 πραγματοποιεί ένα παλιό του όνειρο, να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη την "Αντιγόνη" του Σοφοκλή.
Με τη συμβολή του Τζέιμς Πάρις βρίσκει χρηματοδότη στην Αμερική και κάνει την πρώτη απόπειρα μεταφοράς αρχαίου δράματος στον κινηματογράφο με την Ειρήνη Παππά (στο ρόλο της Αντιγόνης) και το Μάνο Κατράκη (στο ρόλο του Κρέοντα).

Η ταινία δεν έχει την τύχη των προηγούμενων ταινιών του σκηνοθέτη, αν και βραβεύεται στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, στο εξωτερικό όμως συμμετέχει σε πολλά φεστιβάλ και βραβεύεται κι εκεί.


Αλίκη Βουγιουκλάκη - Γιώργος Τζαβέλλας
Το 1965 αναγγέλει τον  "Αστερισμό της παρθένου" με πρωταγωνίστρια την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Θα ήταν μια "ακατάλληλη" και ακριβή ταινία για την οποία θα ενώνονταν ο Φίνος και οι Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης, όμως τα γυρίσματα δεν ξεκινούν.
(διαβάστε περισσότερα εδώ)

Το 1968 ο Γιώργος Τζαβέλλας τη σατιρίζει διά στόματος Σταύρου Παράβα:



"Σαν βαρελάκι είναι χοντρό το παλικάρι π' αγαπώ".
Η Αλίκη Βουγιουκλάκη τον μηνύει για συκοφαντικκή δυσφήμιση και δικαιώνεται. Ο σκηνοθέτης αλλάζει αμέσως τα λόγια:
"Σαν καλαμάκι είναι λιγνό το παλικάρι π' αγαπώ. Είναι λιγνό, πολύ λιγνό, να το παχύνω δεν μπορώ!"



Το 1969 χανει τη Μηλιά, τη γυναίκα του, τη "Μούσα" του, από καρκίνο, παθαίνει εγκεφαλικό και παραμένει από εδώ και πέρα καλλιτεχνικά αδρανής.

(διαβάστε περισσότερα εδώ)






Το 1974 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής τον διορίζει πρόεδρο της Γενικής Κινηματογραφικών Επιχειρήσεων (προπομπού του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου).

Πεθαίνει στις 18 Οκτώβρη του 1976.

Υπήρξε μέλος της κριτικής επιτροπής του Φεστιβάλ του Βερολίνου.

Γιώργος Τζαβέλλας | 1916-1976



Ο γιος του, Θάνος, θυμάται:
«Στο σπίτι είχε φτιάξει μια καμπίνα προβολής. Ήτα ο μοναδικός που είχε όλες τις ταινίες 16 mm και καθόμασταν για ώρες και τις βλέπαμε. Μου εξηγούσε κάθε πλάνο.
Τα σενάρια τα έγραφε στο γραφείο του πάντα με μολύβι και κάποιες σελίδες έχουν τρυπήσει από το σβήσε - γράψε. Από τη στιγμή που τελείωνε κάποιο σενάριο δεν το ξανάγιζε και δεν ήθελε καμία παρέμβαση.

Ο Γιώργος Τζαβέλλας στα γυρίσματα της Αντιγόνης
Από τη στιγμή που έμπαινε στο πλατό, γινόταν άλλος άνθρωπος, απόλυτα αφοσιωμένος στην ταινία. Αυστηρός και τελειομανής. Και το μοντάζ ο ίδιος το έκανε μαζί με το Γιώργο Τσαούλη. Θεωρούσε ότι το μοντάζ ήταν το Α και το Ω μιας ταινίας.

Ο Γιώργος Τζαβέλλας και ο Μίμης Φωτόπουλος στα γυρίσματα της "Κάλπικης λίρας"

Όλη την εβδομάδα ο πατέρας μου την περνούσε με το Σακελλάριο και τον Τσοφόρο στο "Σελέκτ", στα "Τρία αδέρφια", στον "Βάκχο". Μπορεί να τσακώνοντας, μάλιστα με το Σακελλάριο είχαν γίνει μαλλιά - κουβάρια για το σενάριο της "Λατερνας", όμως ήταν άλλος κόσμος τότε.

Ο Γιώργος Τζαβέλλας και ο Ντίνος Κατσουρίδης στα γυρίσματα της Αντιγόνης

Μου φαινόταν τόσο ωραίος ο κόσμος που ήθελα να δουλέψω κι εγώ στο σινεμά. Η πρώτη μου ταινία ήταν με το Βασίλη Γεωργιάδη. Ήμουν βοηθός σκηνοθέτη στην "Ιφιγένεια" του Κακογιάννη και στο "Happy day" του Βούλγαρη.
Δεν συνέχισα γιατί δεν είχα το ταλέντο του πατέρα μου και δεν ήθελα να είμαι ο γιος του μπαμπά μου.»

Οι ταινίες του Γιώργου Τζαβέλλα

διαβάστε:
Παραμύθι ενός φεγγαριού - θεατρικό έργο του Γιώργου Τζαβέλλα
Γιώργος Τζαβέλλας: ο θάνατος του κινηματογράφου
Ο στιχουργος Γιώργος Τζαβέλλας
Σκηνοθέτες

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η παράσταση δεν είναι φώτα, δεν είναι σκηνικό,
είναι οι άνθρωποι, εσείς κι εγώ.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...