Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Κανείς δεν θέλει να χαιρετήσει έναν τέτοιον άνθρωπο!

Το Πάσχα του Αύγουστου Στρίντμπεργκ


"Αυτό το εκκρεμές! Με είδε να γεννιέμαι, υπολόγισε τις ώρες μου, τις μέρες, μου. Ακούς; Χτυπά σα μια καρδιά. Ακριβώς σαν μια καρδιά και σταμάτησε ακριβώς, όταν ξεψύχησε ο παππούς. Από τότε ήταν στο σπίτι.
Αντίο, μισο εκκρεμές, που σταματάς σε λίγο.
Ξέρεις πως είχε τη συνήθεια να πηγαίνει μπροστά, όταν η δυστυχία ήταν στο σπίτι; Σα να ήθελε να περάσει γρήγορα!
Κι όταν ήμασταν ευτυχισμένοι, πήγαινε πίσω για να μας επιτρέψει, όσο πιο πολύ μπορούσε τη διάρκεια της ευτυχίας.
Ήταν ένα ευγενικό εκκρεμές." *
απόσπασμα από το "Πάσχα"

Αύγουστος Στρίντμπεργκ 1891
Το "Πάσχα" είναι το μοναδικό έργο του συγγραφέα που έχει αίσιο τέλος. Παραμένει σχετικά άγνωστο
 στην Ελλάδα.
Γράφτηκε το 1900, σε μια εποχή που ο Στρίντμπεργκ ανάρρωνε από βαρύ ψυχικό κλονισμό. Στα έργα αυτής της περιόδου "κυριαρχεί μια τάση μυστικιστική και μια θρησκευτική ευαισθησία." *
"Το έργο εξελίσσεται μέσα σε τρεις μέρες, Μ. Πέμπτη, Μ. Παρασκευή και Μ. Σάββατο και μιλάει για μια πορεία από τα πάθη στην ανάσταση που ζουν τα βασικά του πρόσωπα." *


"Γραμμένο στις αρχές του περασμένου αιώνα από έναν από τους μεγάλους μάστορες του -τότε- θεατρικού λόγου, το έργο περιγράφει το σκοτεινό δράμα της οικογένειας Χέιστ που ζει μέσα σ' ένα μουντό, χειμωνιάτικο σύννεφο ανασφάλειας.
 Ο πατέρας είναι φυλακή για χρέη. Η κυρία Χέιστ και ο καθηγητής γιος της βρίσκονται στο κατώφλι της οικονομικής καταστροφής. Η Λεονώρα πάλι, η κόρη, έχει μόλις βγει από ένα άσυλο ψυχασθενών -προφανώς αθεραπευτη.
Όμως... Όμως το χειμωνιάτικο χιόνι αρχίζει να λιώνει και μαζί με το Πάσχα και τον πρώτο κρίνο της άνοιξης έρχεται και η ελπίδα ότι όλα είναι δυνατόν να διοερθωθούν.
 

Στην αρχή του έργου ο συγγραφέας βάζει κάποιον να περιγράφει μια ηλιαχτίδα που πέφτει από μια χαραμάδα στο δωμάτιο: "Να που ο ήλιος ξαναγυρνά! ... Θεέ μου αυτός ο ατελείωτος χειμώνας! Θυμάμαι τότε το Νοέμβριο πως το τελευταίο φως χάθηκε πίσω από το στενό της μπιραρίας... Όμως τώρα μοιάζει σα να κουράστηκε πια η δυστυχία, σα να επιστρέφει πάλι η ειρήνη..."



 Για μια χώρα -τη Σουηδία- που ζει μήνες ολόκληρους στα παγωμένα σκοτάδια του χειμώνα, ο ερχομός της λυτρωτικής άνοιξης, που σηματοδοτείται από τη γιορτή της Ανάστασης, έχει μία ξεχωριστή σημασία που ξεπερνά τον απλό συμβολισμό. Και παρόλο που ο Στρίντμεργκ θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους του ρεαλισμού, κατά τη γνώμη μου αυτό το "Πάσχα" μπορεί να ταξινομηθεί περισσότερο κοντά στη μεγάλη μόδα της εποχής που γράφτηκε: τον εξπρεσσιονισμό." *

Το 2005 η Λήδα Τασοπούλου ανέβασε το "Πάσχα" στο Αμφι-Θέατρο.
"Στο Πάσχα ο Στρίντμπεργκ έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία."
"Κυρίως στη μορφή του Έλις, ενός νεαρού φιλολόγου, που ζει με τη μητέρα του και τη μνηστή του, κυριευμένος από τη χαρά της ζωής από τη μια, αλλά και από ένα πελώριο φόβο, που σκιάζει όλο το σπιτικό.
Γιατί ο πατέρας  βρίσκεται στη φυλακή ως καταχραστής. Ο φόβος κατάσχεσης σπιτιού και επίπλων, αλλά κι όλοι οι άλλοι μαζί -ασθένειας, ανημπόριας, ανέχειας, μαυρίλας- προοσωποποιούνται στον Λίνκβιστ, ένα πιστωτή, που στοιχειώνει το έργο, για να εμφανιστεί με καταλυτικές επιπτώσεις στο τέλος.
Εν τω μεταξύ, μπαίνει στη ζωή τους μια νεαρή κοπέλα, η Ελεονώρα, φέρνοντας μαζί της ένα σπανιότατο, μοναδικό λουλούδι, ένα "κρίνο του Πάσχα", που φυτρώνει μόνο στην Ελβετία. Έρχεται σαν άγγελος, σαν το φως που θα διώξει το σκοτάδι..."

Όλο το έργο έχει να κάνει με το φως (α' πράξη), την απειλή του σκότους, στη β' πράξη, και την τελική επικράτηση του φωτός, στη γ' πράξη, με την ανέλπιστη τροπή που παίρνουν τα πράγματα." *








Τη Μ. Πέμπτη του 1901 το "Πάσχα" παρουσιάστηκε στη Στοκχόλμη. Εκεί ο συγγραφέας ερωτεύτηκε και μετά παντρεύτηκε την πρωταγωνίστρια, τη Χάριετ Μπόσε.
Απέκτησαν μαζί ένα παιδί και χώρισαν το 1904. *


διαβάστε:

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Αστραπόγιαννος και Λαμπέτης


Η Έλλη Λούκου βαφτίστηκε Λαμπέτη από το θείο της Τάκη Σταμάτη, ο οποίος δεν έβρισκε αρκετά "θεατρικό" το πραγματικό της επώνυμο.
Η έμπνευση ήρθε από τον ήρωα - αμαρτωλό Λαμπέτη, που αναφέρει ως σύντροφο του Αστραπόγιαννου ο Βαλαωρίτης στο ποίημά του.
-Θα 'ναι σα να κλέβω το Βαλαωρίτη! διαμαρτυρήθηκε η δεκαπεντάχρονη Έλλη...

Έλα, ψυχή μου, να σου πω...

Το 1967 ο Νίκος Κούρκουλος ηχογράφησε τέσσερα τραγούδια του Μίμη Πλέσσα σε στίχους ποιητών και δύο παραδοσιακά.
Τα 45άρια αυτά χάθηκαν και ξαναβρέθηκαν το 2005, οπότε και κυκλοφόρησαν, μαζί με ηχογραφήσεις του ηθοποιού από το θέατρο και τον κινηματογράφο, σε δίσκο.
Ο δίσκος "χάθηκε" το 2007, μετά το θάνατο του Νίκου Κούρκουλου.

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Γραφείο λογοκρισίας



Πρόκειται για ένα ανέκδοτο θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, που ο συγγραφέας έγραψε μετά τα παθήματά του από τη λογοκρισία της χούντας για "Το μεγάλο μας τσίρκο".
Η κόρη του το παραχώρησε στην "Ελευθεροτυπία" και το αναδημοσίευσε το Only theater απ' όπου και αντιγράφω.


Γραφείο λογοκρισίας. Ο Λογοκριτής στο γραφείο του διαγράφει στις σελίδες ενός βιβλίου. Στη γωνιά του δωματίου, όρθιοι, σαν τιμωρημένοι, περιμένουν ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης. Χτύπημα στην πόρτα.
ΛΟΓΟΚΡΙΤΗΣ: Εμπρός!
(Μπαίνει ο Αριστοφάνης.)
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ: Καλημέρα σας!
ΛΟΓ.: Περίμενε τη σειρά σου.
ΑΡ.: Αριστοφάνης.
ΛΟΓ.: Είπα να περιμένεις.
ΑΡ.: Είμαι ο Αριστοφάνης!
ΛΟΓ.: Είπα να περιμένεις, καταλαβαίνεις ή όχι;
ΑΡ.: Μα είμαι ο Αριστοφάνης!

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Αγνή Στρουμπούλη, αφηγήτρια λαϊκών μαγικών παραμυθιών




"Όλα όσα έχουν λέξεις για να ειπωθούν, γίνονται!







Αλλά οι φοβέρες και οι πειθαρχίες φροντίζουν να μας αποκόψουν από την πηγή της αυθεντικής ζωής που είναι η Φαντασία." *

Η Αγνή Στρουμπούλη αφηγείται παραμύθια, κάνει εκπομπές λόγου στο ραδιόφωνο, εργαστήρια για την τέχνη της αφήγησης, παραστάσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, γράφει και μεταφράζει βιβλία.

Γεννήθηκε το 1952 στον Πειραιά.
Όταν ήταν μικρή της άρεσε το παραμύθι της Ραπουνζέλ, που της διάβαζε η αδελφή της. "Αυτό το κοριτσάκι μέσα στον πύργο της γριάς μάγισσας μοναχό του με κατασυγκινούσε, μα κάθε βράδυ της ζητούσα να μου το ξαναδιαβάσει."  *

Εργάστηκε ως κοινωνική λειτουργός και υπεύθυνη εκπαιδευτικών προγραμμάτων και από το 1995 ασχολείται με τα ελληνικά λαϊκά παραμύθια. Το 1996 κι ενώ ακόμα εργαζόταν, άρχισε να αφηγείται.
Να αφηγείται λ α ϊ κ ά  μ α γ ι κ ά παραμύθια.
"Λ α ϊ κ ά είναι τα παραμύθια της προφορικής παράδοσης, που μεταδόθηκαν για αιώνες από στόμα σε στόμα, κι απ' τις αρχες του 19ου αιώνα, περίπου, αρχίζουν να καταγράφονται.
Μ α γ ι κ ά -που είναι και τα κατ' εξοχήν παραμύθια- είναι αυτά στα οποία λαμβάνει χώρα το θαυμάσιο, δηλαδή το θαύμα." *



"Τα παραμύθια της Προφορικής μας παράδοσης τα γνώρισα σε μεγάλη ηλικία, από το εξαιρετικό βιβλίο του Γιώργου Ιωάννου Τα παραμύθια του λαού μας.
Άνοιξαν έναν καινούριο άπλετο χώρο στη ζωή μου, όπου οι αντιφάσειςπου μέχρι τότε ήταν άλυτοι κόμποι, ο πόνος, η υπομονή, η αναζήτηση αποκτούσαν πλήρως το νόημά τους και δικαιώνονταν!
Κι έτσι πολύ αργότερα, όταν ωρίμασα κι άλλο κι αντιμετώπισα το ακατανόητο του θανάτου, ελευθερώθηκα και "βούτηξα" στα Παραμύθια για να λούζομαι καθημερινά την αλήθεια τους.
Παραιτήθηκα από τη δουλειά μου κι άρχισα να αφηγούμαι." *

"Όταν πέθανε ο πατέρας μου, ένιωσα ότι δεν υπάρχει μέλλον. Ό,τι θέλεις να κάνεις κάντο τώρα, υπάρχει παρόν και παρελθόν. Και είπα θα μπω στα παραμύθια κι αυτά θα μου δώσουν το πεδίο της μνήμης."  *

Σήμερα επαναλάμβάνει συχνά μια φράση από ένα ελληνικό λαϊκό παραμύθι:
"...Είπε τότε ο δράκος: να του πεις να φέρει μια κοπέλα που από το στήθος της βγαίνουν γαρύφαλα κι άμα κόψεις γαρύφαλο, βγαίνουν άλλα."

"Η σκληρότητα της ζωής μάς πληγώνει, μας τσακίζει πολλές φορές. Στα παραμύθια, πρώτα πρώτα υπάρχει η σύμβαση του ψεύδους, που μας καθησυχάζει ότι δεν κινδυνεύουμε άμεσα. Άρα μπορούμε να ξαναζήσουμε, ηδονικά, τη σκληράδα της ζωής, μέσα από τη σκληράδα των παραμυθιών αποζυμώντας, τώρα και το νόημα, που μπορεί να έχει." *

 Η προετοιμασία για την αφήγηση ενός παραμυθιού δεν είναι απλή για την Αγνή Στρουμπούλη:
"Πέρα από τη μακρόχρονη συμβίωση με το παραμύθι, για να μου ανοιχτεί, να μου ψυθιρίσει τα μυστικά του (που γίνοντα για μένα εξαιρετικές ανακαλύψεις), υπάρχει η φροντίδα του χώρου, κι ακόμα πιο πολύ -μια και εξαρτάται απ' το χέρι μου- η δική μου προετοιμασία. Αυτό σημαίνει: ασκήσεις, μόνωση, σιωπή, φαγητό λίγο, ξεκούραση και "περιποίηση" σαν να ετοιμάζομαι νύφη! Αλήθεια! Σ' αυτήν την έξαρση της λαχτάρας, της έννοιας να πάνε όλα καλά, βγαίνω!
Κατά τη διάρκεια της Παράστασης βρίσκομαι σε τρομερή εγρήγορση. Γίνομαι όπως λένε εκατόγχειρ, εκατόφθαλμος. Βλέπω την εικόνα που λέω, βλέπω την εικόνα που έρχεται, βλέπω το κοινό, βλέπω το χώρο..." *



"Το Παραμύθι μού δίνει την ευκαρία να μιλήσω για τα πιο βαθιά, άρα δύσκολα πράγματα με την αφέλεια της ματιάς ενός παιδιού" *


"Στη μοναχική επανάληψη των Παραμυθιών στο δωμάτιο, περπατώντας στον Υμηττό, στην αγαπημένη μου παραλία, μουρμουρίζοντάς τα στους δρόμους της Πόλης... όλο και περισσότερο καταλαβαίνω πως κοχύλι είμαι, που περνούν από μέσα μου αιωνόβιοι ήχοι, κουρέλια εμπειριών, και ζητούν να τα φέρω, για άλλη μια φορά, στο φως της ημέρας." *



"Οι γριές των παραμυθιών δεν είναι καθόλου παραιτημένες, ποθούν, εκδικούνται, μηχανορραφούν, και πού και πού δίνουν και καμιά καλή συμβουλή...
Σε κάθε περίπτωση, "γελοιοποιούν" την όποια ηθκολογία." *



 




"Είναι θεόρατοι, έχουν υπερφυσική δύναμη, αλλά ευτυχώς δεν έχουν πολύ μυαλό.
Φαίνεται πως αντικατέστησαν τις δευτερεύουσες θεότητες της αρχαιοελληνικής μυθολογίας." *




 

"Οι πέτρες αφηγούνται ιστορίες. Στους βράχους και τα λιθάρια, ανάλογα με το φως, βλέπεις να σχηματίζονται στην ανώμαλη επιφάνειά τους πρόσωπα, ζώα, συμπλοκές, ολόκληρες ιστορίες." *

 

 "Περγιαλό είναι ο ίσκιος του σπιτιού.
Περγιαλό είναι ένα ανθρωπάκι κοντό, γαλανόματο, με φεσάκι." *





"Εστία, λοιπόν, το τραπέζι -να ελευθερώσει όλους τους συνειρμούς.
Το μεγάλο τραπέζι με τους ανθρώπους γύρω τρυπάει τη μνήμη -την προσωπική και τη συμβολική. Αρχίζει κάτι να γίνεται.
Δεν στέκω απέναντι - οθόνη.
Γυρνάμε στον κύκλο. Εκεί το σώμα διατίθεται με άλλον τρόπο: η ευθεία είναι μπροστά μας να κουβαλάει κάθε εικόνα και 'μεις να την κόβουμε σαν ψωμάκι, ανάλογα με την πείνα μας και να την τρώμε!
Ο κύκλος λειτουργεί σαν όριο, όλα συμβαίνουν ανάμεσά μας-γίνεται κυματοθραύστης, αντέχουμε γιατί είμαστε δίπλα δίπλα. Το σημαντικό είναι αυτό που συμβαίνει στο κέντρο - το Παραμύθι, που το ακουμπώ στο τραπέζι και γίνεται τροφή να τη λάβουμε.
Μόνο μέσα σ' αυτή τη ζωτική σχέση, νομίζω πως μπορεί να μας δώσει τους χυμούς του- κάτι σαν αθάνατο νερό.
Κερνώ κι ένα ποτήρι κρασί. Έχουμε το Σώμα, ας λάβουμε και το αίμα." *


διαβάστε:
Αγνή Στρουμπούλη - συνέντευξη στο ΘΕΑΤΡΟ
Αγνή Στρουμπούλη - ιστολόγιο
Γιατί λέω παραμύθια
Εργογραφία
Στη μαγική αγκαλιά των παραμυθιών - συνέντευξη
Συνομιλία με την Αγνή Στρουμπούλη
Τα λαϊκά παραμύθια είναι ένας τρόπος μύησης για τη ζωή - συνέντευξη
Συνομιλία με την παραμυθού Αγνή Στρουμπούλη


Η αφήγηση μοιάζει πως είναι η πρώτη μορφή θεάτρου





 Έστειλα με e-mail τις ερωτήσεις μου στην Αγνή Στρουμπούλη κι εκείνη μου έστειλε τις απαντήσεις της.






ΘΕΑΤΡΟ: Θέατρο - Αφήγηση, ηθοποιός - αφηγητής: συγγένειες, ομοιότητες, διαφορές
ΑΓΝΗ ΣΤΡΟΥΜΠΟΥΛΗ: Η Αφήγηση μοιάζει πως είναι η πρώτη πρώτη μορφή θεάτρου: ένας άνθρωπος στέκει απέναντι σε άλλους ανθρώπους και απευθύνεται σ' αυτούς με το λόγο και με το σώμα - εκφραστικότητα σώματος. Αργότερα γίνονται δύο και δημιουργείται ο διάλογος και σιγά σιγά αυτξάνεται ο αριθμός και τα στοιχεία που "ντύνουν" την παράσταση.
Αν και πολλές φορές σήμερα ο Αφηγητής Παραμυθιών νοιώθει την ανάγκη να προσθέσει στοιχεία - μουσική, ειδικό ρούχο, σκηνικά αντικείμενα, κούκλες κουκλοθεάτρου, κλπ. - για να "πλουτίσει" την παράσταση του και να "ανταγωνιστεί" το θέατρο, νομίζω ότι η Αφήγηση Παραμυθιών είναι και πρέπει να παραμείνει μία τέχνη ταπεινή. Δηλαδή, με άκρα λιτότητα συμπληρωματικών στοιχείων, αλλά με πολλή δουλειά, να καταφέρει ο Αφηγητής να γίνει "διαφανής", για να τον διαπεράσει η ιστορία και να φτάσει στο κοινό.
Θ.: Με την αφήγηση συνδέεστε με το άγνωστο παρελθόν, με την συγγραφή; Με το άγνωστο, πολύ μακρινό μέλλον και τους ανθρώπους του; Και είναι αυτό παρηγορητικό, λυτρωτικό;
Α.Σ.: Συχνά λέω ότι τα Παραμύθια είναι ένα πυκνό σώμα μνήμης. Η μνήμη ως διαρκές παρόν, ως τρόπος διήθησης της εμπειρίας χωρίς χρονικές τομές: παρελθόν - παρόν - μέλλον. Άλλωστε τί αντίκρισμα έχουν αυτοί οι διαχωρισμοί στα αισθήματα μας; Είναι ανύπαρκτοι.
Από τη στιγμή λοιπόν που μοιράζεσαι, δια της αφήγησης Παραμυθιών, μία τέτοια εμπειρία, ή με άλλα λόγια κολυμπάς σε αυτή την αλήθεια, ζεις τον εαυτό σου και τα αισθήματα σου έξω από αυτή τη διάσπαση, παρηγορείσαι. Γιατί τι σε κάνει απαρηγόρητο; Ο αποχωρισμός - της γέννας και του θανάτου - Και κάθε είδους εμπειρία που τον ανακαλεί.



Θ.: Ήταν μία φορά ένας άνθρωπος που έχασε το ταίρι του. Στενοχωρήθηκε τόσο πολύ που έχασε και τη μνήμη του. Ποιό παραμύθι θα του ιστορούσατε;
Α.Σ.: Νομίζω πώς θα καθόμουν αντικριστά του σιωπηλή. Σιωπηλή και θα τον κοίταζα. Μάλλον θα άπλωνα το χέρι μου και θα τον άγγιζα. Και πιστεύω ότι αυτοί οι δύο δρόμοι της αφής και του βλέμματος, θα φερναν τις λέξεις. 
Θ.:  Σαν κλείσει ο κύκλος και βρεθούμε δίπλα δίπλα, φοβάστε ότι κάποιο ορμητικό κύμα θα τον διαλύσει;
Α.Σ.: Αν ξεκινάς από μια δική μου φράση, λέω ακριβώς το αντίθετο. ότι δηλαδή, το δίπλα δίπλα και ιδιαίτερα στο σχήμα του κύκλου, μας κάνει πολύ δυνατούς να αντέξουμε τα κύματα και τους κραδασμούς που δημιουργούνται κατά την Αφήγηση.
Θ.: "Όλο και περισσότερο καταλαβαίνω πως κοχύλι είμαι, που περνούν από μέσα του αιωνόβιοι ήχοι, κουρέλια εμπειριών, και ζητούν να τα φέρω, γι' άλλη μια φορά στο φως της ημέρας.", γράφετε. 
Κι ο Γιώργος Σεφέρης στο Η μερολόγιο καταστρώματος: "Ταξίδευε σ' άκρες ιωνικές, σ' άδεια κοχύλια θεάτρων."
Πώς περνούν μέσα σας οι τέχνες; Φιλτράρονται από τα παραμύθια;
Α.Σ.: Τα κοχύλια βέβαια του Σεφέρη είναι μια εικόνα, όπως ακριβώς το σχήμα των Αρχαίων Θεάτρων. Το δικό μου κοχύλι είναι η μεταφορά στο αντικείμενο, που ο πολύς χρόνος και η πολλή θάλασσα που πέρασαν από μέσα του, το 'καναν να αντηχεί το μουρμουρητό της θάλασσας και της αρμύρας. Πιστεύω ότι τα παραμύθια είναι ένα βλέμμα στα πράγματα. Όλα είναι εδώ, εξαρτάται από το βλέμμα που έχουμε για κάθε τι ώστε να του επιτρέψουμε να μας αποκαλυφθεί.
Είναι αρκετά χρόνια που ξεδιψώ και λούζομαι με τα παραμύθια, οπότε, ναι, γίνονται ένα είδος φίλτρου-όπως λες, βλέμματος σε κάθε τι άλλο. Άλλωστε τα συγγενή πράγματα συναντιώνται. Κι αγαλλιάζουν με τη συνάντηση.



Θ.: Πού θα βρει καταφύγιο ένα άστεγο παραμύθι;
Α.Σ.: Νομίζω ότι στο πρώτο στενό το περιμένει η στέρηση: η ιδανική συνθήκη για ν΄ακούσομε, να λάβομε.
Θ.: "Ελάτε να πούμε ψέματα πέντε σακιά γιομάτα. Ψέματα κι αλήθεια, έτσι είν' τα παραμύθια."
Υπάρχουν καλά ψέματα και κακές αλήθειες;
Α.Σ.: Ας πάμε πέρα απ' το καλό και το καό. Πόσο πολύ παιδευόμαστε μ' αυτά τα απόλυτα σχήματα... Υπάρχει το ωραίο [ώριμο, στην ώρα του] και το άσχημο [ασχημάτιστο, χωρίς μορφή], το αρμονικό και το αταίριαστο, το γνήσιο και η επίφαση κ.λ.π.
Το ελάτε να πούμε ψέματα... είναι το παιχνιδιάρικο αναποδογύρισμα, η αυτοαναίρεση που κάνει το παραμύθι, για να σου σπάσει τις αντιδράσεις... Μην ανησυχείς, φίλε, δεν θα διαπραγματευτούμε την Αλήθεια... Ψέματα θα πούμε, χαζομάρες, έλα, άφησε απ' έξω τη σπουδαιοφάνεια και τις άμυνές σου...
Θ.: Ποιο θεατρικό έργο θα θέλατε να αφηγηθείτε;
Α.Σ.: Τα θεατρικά έργα είναι για να παίζονται. Παραμύθια αφηγούμαι.
Θ.: "Όλα έχουν λέξεις για να ειπωθούν, γίνονται! Αλλά οι φοβέρες και οι πειθαρχίες φροντίζουν να μας αποκόψουν από την πηγή της αυθεντικής ζωής που είναι η Φαντασία.", λέτε.
Φαντασία στην εξουσία, λοιπόν;
Α.Σ.: Δεν μου λες, τώρα θα μιλήσουμε με συνθήματα; Κι αν πολύ το θέλεις, ναι, ας αφήσουμε να μας εξουσιάσει η Φαντασία. Θα δίνει, πάντα, άλλες δυνατότητες στη μιζέρια μας.
Θ.: Περιπλανηθήκατε στην ιστορία του κόσμου μέσα από τους λαϊκούς μύθους. Ποια εικόνα σχηματίσατε για τον άνθρωπο;
Α.Σ.: Είμαστε ένα τραγικό πλάσμα που σπάει κάθε τι, γιατί για να το καταλάβει πρέπει να το βλέπει απ' την καλή κι απ' την ανάποδη. Αυτά τα φοβερά ζεύγη των αντιθέτων που διασπούν την κάθε στιγμή, ποτίζοντάς την με αμφιβολία ή αποστεγνώνοντάς την, αν προσεταιριστούμε τη μια πλευρά. Οπότε ας διαστείλουμε το αίσθημά μας, την καρδιά μας, να την ξεχειλώσουμε, μπας και χωρέσουμε περισσότερη ζωή ζωή, κι όχι θανατίλα ζωή. Αμήν.
Θ.: Ευχαριστώ για την άμεση ανταπόκριση κι εύχομαι να είστε πάντα δίπλα δίπλα με τη φαντασία.


διαβάστε:


Οι εννιά αγριόκυκνοι και η ωραία Ελένη





 Από τη συλλογή παραμυθιών που επιμελήθηκε ο Γιώργος Ιωάννου. *








Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια βασίλισσα και είχε εννιά γιους και μια κοπέλα. Έπέθανε ή βασίλισσα κι έμειναν τα παιδιά ορφανά. Έπαντρεύτηκε ό βασιλιάς και πήρε άλλη γυναίκα πολύ κακή και δεν ημπορούσε να βλέπει τα παιδιά. Μια ήμερα επήγε στη βασίλισσα μια γριά και της είπε να μαγέψει τα παιδιά, να γενούνε πουλιά, και τα εμάγεψε κι έγιναν εννιά όμορφοι αγριόκυκνοι. Όλη μέρα εγύριζαν στον κόσμο. Το βράδυ έπήγαιναν σπίτι.
Ή βασίλισσα αμα τα έβλεπε, ήθελε να τα χαλάσει.
Μια ήμεροι oι κύκνοι έπλέξανε ένα στρώμα από ψαθί και εβάλανε μέσα την άδρεφή τους και φύγανε μακριά. Ό ένας επήγαινε πάντα επάνου από την κοπέλα να της κάνει ίσκιο με τα φτερά του, να μη την καίει ό ήλιος. Επήγαιναν επήγαιναν απάνου από τη θάλασσα. Ελιγώσανε και κάτσανε να ξεκουραστούνε σ' ένα μικρό νησάκι. Τόσο μικρό ήταν αυτό το νησάκι, πού τους έπαιρνε με το στανιό τον ένα απάνου στον άλλονε. Επεράσανε εκεί τη νύχτα καί την άλλη αυγή έσηκωθήκανε, επήραν το στρώμα από τις τέσσερες άκρες με τις μύτες τους και έφύγανε. Επήγαιναν επήγαιναν, εφτάσανε σ' ένα άγριο μέρος.

«Εδώ, είπανε, είναι καλά να κάτσουμε».

Εκάτσανε κι αρχίσανε να γυρεύουν κατοικία. Εβρήκανε μια σπηλιά κοντά στο βουνό, πού ήτανε γιομάτη αγκάθια. Τήνε παστρέψανε κι εβάλανε την όμορφη Ελένη να κάθεται μέσα. Εκείνοι όλη μέρα έγυρίζανε στο γύρο γύρο και φροντίζανε να πηγαίνουν φαΐ στην αδερφή τους. Η όμορφη Ελένη ξεπερνούσε πολύ ωραία, αλλά ή λύπη της ήτανε, πού δεν ημπορούσε να σώσει τους αδρεφούς της και να τους κάμει πάλι ανθρώπους. Μια μέρα πού εκοιμόταν, είδε στον ύπνο της μια γριά και βάσταε στο χέρι της μια τσουκνίδα και της λέει:

«Θέλεις να σώσεις τους αδερφούς σου; Εδώ γύρω στη σπηλιά είναι πολλή τσουκνίδα να 'βγει. Να μαζώξεις και να ντήνε πατήσεις ξυπόλυτη και να την κάμεις κλωνά (= κλωστή) και μ’ αυτή να κάμεις εννιά φορέματα να τα φορέσουνε oι αδερφοί σου κι έτσι θα τους γλιτώσεις. Αλλ' άκουσε να σου είπώ δε θα μιλήσεις καθόλου, γιατί ά μιλήσεις, εχάθηκες. Θα πεθάνουν τ' αδέρφια σου».

Και της δίνει μία με την τσουκνίδα κι έφυγε. Κι από τον πόνο ή Ελένη εξύπνησε κι αρχίνησε τη δουλειά της. Εβγήκε, εμάζωξε ένα σωρό τσουκνίδες κι άρχισε να τις πατεί με τα πόδια της κι από της τσουκνίδας τ' άγκάθια τα χέρια και τα πόδια της έκαμανε πονίδια. Το βράδυ έπήγανε τ' αδέρφια τση και την είδανε πού εδούλευε, της μίλησαν κι εκείνη δεν τους μίλησε. Άρχινήσανε να κλαίνε και τα δάκρυα τους, πού επέφτανε απάνου στα πονίδια της τη γιατρεύανε.

Μια μέρα το βασιλόπουλο με τους δούλους του επήγε στο κυνήγι. Τα σκυλιά του βασιλιά επήγανε στη σπηλιά πού ήτανε ή Ελένη, κι αρχίσανε ν' αλυχτάνε. Ό βασιλιάς επήγε κοντά και βλέπει μια σπηλιά. Μπαίνει μέσα και τί να ιδεί! Μια όμορφη κόρη να εργάζεται. Της μίλησε κι αυτή δεν του μίλησε. Τότες ό βασιλιάς είπε με το νου του:

«Θα είναι μουγκή»

Άλλα τόσο όμορφη ήτανε, πού είπε στους δούλους του να την πάρουνε στο παλάτι. Την πήρανε και την πήγαν στο παλάτι. Επήρε ή Ελένη τη δουλειά της, τα φορέματα πού είχε φτιασμένα καί την κλωστή πού είχε μαζωμένη. Άμα την πήγανε στου βασιλιά το παλάτι, τη βάλανε να κάτσει σε μια κάμαρα, πού ήτανε κατά το περιβόλι. Εκείνη άρχισε πάλι τη δουλειά της. Έβγαινε τη νύχτα και μάζωνε τσουκνίδες και τις έκανε κλωστή και όλη μέρα εδούλευε. Ένα βράδυ την είδε μια γριά, πού εμάζωνε τσουκνίδα, και πάει στον βασιλέα και του λέει:
«Ή γυναίκα σου είναι μάγισσα. Βγαίνει τη νύχτα και κάνει μάγια στο φεγγάρι με τα χόρτα».

Ό βασιλέας δεν το πίστεψε.
«Ένα βράδυ θα την παραμονέψω» είπε ό βασιλέας. Κι αλήθεια την είδε να μαζώνει τα χόρτα. Την πήρε και την έβαλε στη φυλακή και την άλλη μέρα διάταξε να την κάψουν. Εκείνη ήθελε να τελειώσει δυο φορέματα ακόμη. Όλη τη νύχτα εδούλευε. Τα ποντίκια τη βοηθούσανε. Της ετοίμαζαν την κλωστή και της την έδιναν στο χέρι.
Την άλλη μέρα άρχισαν να διαλαλούνε στη χώρα: «Ό θάνατος της μάγισσας». Το άκούσανε καί τ' άδρέφια της κι εκινήσανε και κείνα να πάνε να Ιδούνε το θάνατο της μάγισσας. Ετοιμάσανε στην πλατεία, πού ήθελε να σφάξουν τη μάγισσα, δυο σωρούς ξύλα για να την κάψουν. Την πήρανε την άλλη μέρα και την πήγαιναν. Εμαζωχτήκανε κόσμος και κοσμάκης να την ιδεί. Εκείνη επήρε μαζί της και τα φορέματα.

Άμα την πήγανε εκεί, άκουσαν μια μεγάλη βουή να έρχεται από μακριά. Κοιτάζουνε και τί να δούνε! Εννιά αγριόκυκνους να 'ρχουνται. Έπήγανε και κάτσανε κοντά στο μέρος, πού ήθελε να σφάζουν τη μάγισσα. Εκείνη, μόλις τους είδε, πέταξε απάνου στ' αδέρφια της τα ρούχα, πού είχε κάμει, και τα πουλιά έγιναν άνθρωποι, όπως πρώτα. Εκείνη έπειτα εμίλησε και είπε όλη την ιστορία, που επέρασε, για να σώσει τ' αδέρφια της. Τα ξύλα, πού είχαν για να τήνε κάψουν, έγιναν τριανταφυλλιές, πού μοσκοβολούσαν σε ούλο το μέρος. Τότες επήρε κι ο βασιλιάς την Ελένη και τους αδερφούς της κι επήγαν στο παλάτι κι εζήσανε ευτυχισμένοι.

Τα όρκανα και τα τούμπανα





 Από τη συλλογή παραμυθιών που επιμελήθηκε η Αγνή Στρουμπούλη. *








Μία φορά ήταν ένας βασιλές κι είχε μια κόρη πανώρια που δεν ύπαρχε στον ντουνιά άλλη καμιά σαν κι αυτήν. Αυτός ο βασιλές δεν είχε βασιλόπουλο να πάρει το θρόνο του κι εφοβάτο να βάλει γαμπρό στο παλάτι, να μην τον βγάλει απ' το θρόνο και γι' αυτό δεν πάντρευε την κόρη του.
Μα έλα που έρχονταν και τη ζητούσαν κάθε μέρα τα βασιλόπουλα. Για να ξεφορτωθεί κι αυτός έβγαλε ένα ντελάλη να ντελαλήσει πως όποιος πάει να φέρει τα όργανα και τα τούμπανα και τα δώσει του βασιλέ να παίξει στο γάμο της κόρης του, εκείνου θα τη δώκει.
Ένα ένα βασιλόπουλο πήγαινε να 'βρει τα όργανα και τα τούμπανα, μα κανένα δεν εγύριζε.
Άμα επέρασε πολύς καιρός να και παρουσιάζεται ένα βασιλόπουλο και λέει του βασιλέ πως θα πάει να του τα φέρει. Ξεκίνησε το λοιπόν κι επήγαινε. Εκεί που πήγαινε απαντά ένα χωράφι πολύ μεγάλο γεμάτο αγκάθια, τριβόλια κι αστοιφίδες [αφάνες]. Το βασιλόπουλο, μωρέ μάτια μου, βγάζει τα παπούτσια του και ξυπόλυτο περπατούσε στο χωράφι μέσα στις αγκύλες, κι άμα πατούσε καμιά φώναζε:

- Ωχ τι γλύκα! Ποτές μου δεν περπάτησα σε τέτοιο όμορφο χωράφι.

Και πάλι άμα πατούσε άλλη το ίδιο. Τότες να και παρουσιάζεται το στοιχειό του χωραφιού, ένας δράκος και του λέει:

- Ποιος είσαι συ, παλικάρι μου, που μου λες αυτά τα καλά
λόγια;
- Κάμε μου τη χάρη και δείξε μου από πού θα πάω να βρω
τα όργανα και τα τούμπανα; λέει το βασιλόπουλο.
-Εγώ δεν ξέρω, μόνο η αδελφή μου η συκιά ξέρει και θα
σου πει.

Τραβά τότες το παλικάρι και πηγαίνει και βρίσκει μια συκιά κι ήταν φορτωμένη σύκα σκουληκιασμένα. Εκείνος, μωρέ μάτια μου, κόβει ένα, το ανοίγει και βλέπει κάτι σκουλήκους, μα τι σκουλήκους. Τό 'φαγε με τους σκουλήκους κι έλεγε κιόλα:

- Τι όμορφο σύκο! Έφαγα κι άλλα σύκα, μα σαν και τούτο τουτηνής της συκιάς δεν έφαγα ποτές στη ζωή μου.

Το ακούει η συκιά και του λέει:

- Ποιος είσαι συ, παλικάρι μου, που έφαγες απ' τα σύκα μου, που εδώ τόσα χρόνια περάσανε τόσοι και τόσοι κι έλεγαν: "Χαρά στα σύκα". Κι ύστερα άμα τ' ανοίγανε και βλέπανε μέσα τους σκουλήκους βλαστημούσαν και τα σύκα και τη μάνα τους.

- Εγώ πηγαίνω να 'βρω τα όργανα και τα τούμπανα και δεν
ξέρω το δρόμο, λέει εκείνος.
-Κι εγώ δεν ξέρω, παλικάρι μου, μόνο η αδελφή μου η βρύση που είναι κει κάτω ξέρει και θα σου δείξει.

Ξεκινάει πάλι ο καλός μας και πάει στη βρύση. Βλέπει το νερό κι ήταν γεμάτο σκουλήκους. Εκείνος έβαλε το στόμα του κι έπινε κι άμα ήπιε φώναξε:

- Α! Τι όμορφο νερό! Ποτές στη ζωή μου δεν ξανά 'πια τέτοιο όμορφο νερό.

Του λέει τότες η βρύση:

- Ποιος είσαι συ, παλικάρι μου, και μου επαινείς το νερό μου; Απ' εδώ περάσανε χιλιάδες κι άμα έπιναν λιγάκι το φτύνανε και βλάστημούσαν κι εμέ και το παιδί μου κι εσύ δεν φτάνει μόνο πού 'πιες, μόνο είπες και τόσα καλά λόγια.
- Θέλω να πάω να πάρω τα όργανα και τα τούμπανα.
- Δύσκολο πράγμα μου ζητάς, παλικάρι μου. Θα πας μεσάνυχτα ακριβώς, που κοιμούνται όλοι οι δράκοι, γιατί τα όργανα και τα τούμπανα τα 'χουνε μες στη μέση σαράντα δράκοι και τα φυλάγουν. Εσύ άμα ακούσεις και ροχαλίζουνε, να δρασκελίσεις έναν έναν και να τα πάρεις. Μόνο άμα τα πάρεις, να μην ανοίξεις και παίξεις, γιατί θα πάθεις κακό μεγάλο.

Φεύγει το βασιλόπουλο και πάει. Άμα επήγε σ' εκείνο το μέρος απάντεχε νά 'ρθουν τα μεσάνυχτα. Εκεί κατά τα μεσάνυχτα ακούει το ροχαλητό των δράκων, ένα ροχαλητό που αντιλαλούσαν τα όρη και τα βουνά. Εκείνος, μωρέ μάτια μου, μήδ' εφοβήθει μηδέ τίποτα. Μόνο δρασκέλισε τους δράκους και παίρνει τα όργανα και τα τούμπανα και φεύγει πάλι, χωρίς να νοιώσουν.
Επέρασε πάλι απ' τη βρύση, απ' τη συκιά κι απ' το χωράφι κι επήγε στην πολιτεία.
Οι δράκοι ξύπνησαν κι είδανε πως λείπανε τα όργανα και τα τούμπανα κι επήραν δρόμο. Πάνε στη βρύση και την ρωτούσαν μπας και είδε κανέναν με τα όργανα και τα τούμπανα; Εκείνη τους λέει πως δεν είδε κανένα. Ρωτούν τη συκιά κι εκείνη τους λέει πως δεν είδε κανένα. Ρωτούν το χωράφι, τα ίδια. Τότες εγύρισαν πίσω.

Το βασιλόπουλο πήγε τα όργανα και τα τούμπανα στο παλάτι και τα 'δωκε του βασιλέ. Ο βασιλές απόμεινε σβηστός [άλαλος], μα έλα που έδωκε το λόγο του.

Την Κυριακή λοιπόν εγίνηκαν γάμοι και χαρές και ξεφάντωσες καλές. Ύστερα απ' το φαγητό, έπιασε πια ο βασιλές να παίξει ως καθώς είχε ταμένο τα όργανα και τα τούμπανα. Πάει να παίξει και βγαίνουν από μέσα τέσσερις δράκοι και τον εφάγανε. Ύστερα μπήκανε πάλι μέσα στα όργανα. Τότες πέσανε κατά πάνω τους, το βασιλόπουλο κι οι άλλοι όλοι με τα χαντζάρια τους και τους ξεμπέρδεψαν [αφάνισαν] τους δράκους.
Έγινε πια τότες το βασιλόπουλο βασιλές τρανός κι έκαμε μεγάλο φαγοπότι, κι ήμουν κι εγώ εκειδά κι έφαγα και χόρεψα και γλέντησα καλά.

Έφυγα κι εγώ απ' εκεί, μ' ένα κόσκινο φακή.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...