Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαμπρέλλη Λίλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαμπρέλλη Λίλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Ο αφηγητής είναι ο ταπεινός πρόγονος του ηθοποιού




Περιπλανιόμουν στο διαδίκτυο ψάχνοντας υλικό για το αφιέρωμα στα παραμύθια και στην αφήγηση, όταν βρέθηκα στην ιστοσελίδα της Λίλης Λαμπρέλλη. Βρήκα τα κείμενά της πολύ "παραμυθένια", θυμήθηκα ένα παραμύθι της που μου είχε κάνει καλή συντροφιά στα παιδικά μου χρόνια, και επικοινώνησα μαζί της!
   Ύστερα από μια ενδιαφέρουσα, μικρή, διαδικτυακή συζήτηση, απάντησε πολύ ευγενικά στις ερωτήσεις μου.
Μάρτης 2013



ΘΕΑΤΡΟ: Αν ο αόρατος  κόσμος σας, με τον όποίο παθιάζεστε όλο και πιο πολύ, καθώς μεγαλώνετε, μας συστηνόταν μ' ένα παραμύθι, ποιοι θα ήταν οι ήρωές του;
ΛΙΛΗ ΛΑΜΠΡΕΛΛΗ: Αν διάλεγα ένα λαϊκό παραμύθι, τότε θα ήταν ο "Καημός", με βασικούς ήρωες το φίδι που προσωποιεί τον Καημό-μυητή στην ενηλικίωση και μια βασιλοπούλα.
Όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο πιο πολύ μου φαίνεται πως αυτό το παραμύθι μιλάει για "μεγάλωμα" μέσα από απώλειες και μετακινήσεις, για αντοχή, για εσωτερική συμφιλίωση, για αναζήτηση της ουσίας των πραγμάτων, δηλαδή για το ίδιο το νόημα της ζωής.
Θ.: Συναντήσατε τον παραμυθά Ανρί Γκουγκό και, όπως λέτε χαρακτηριστικά, βουτήξατε στα βαθιά και δεν αναδυθήκατε ποτέ!
Ποιους θησαυρούς ανακαλύψατε στο βυθό;
Λ.Λ.: Το έχω πει πολλές φορές ότι τα παραμύθια, με τον συμβολικό τους λόγο, μιλάνε για το όλο (για τη συμφιλίωση ενός κατακερματισμένου κόσμου) - κι ακόμα ότι είναι πλάσματα της ησυχίας. Αυτή η ολότητα κι αυτή η ησυχία βρίσκονται στο βυθό των παραμυθιών - καμιά αντιπαλότητα, καμιά θλίψη, καμιά απαξίωση, κανένας φόβος δεν αγγίζει την αίσθηση της πληρότητας και της ελευθερίας που προσφέρει η αλήθεια του παραμυθιού που αν έχουμε το κουράγιο, μπορούμε να αναγνωρίσουμε σαν μια δική μας αλήθεια που βρίσκεται κάτω από τη φθαρτή επιφάνεια της προσωπικής μας ιστορίας. Υπάρχει μεγαλύτερος θησαυρός;...
Θ.: Θέατρο - αφήγηση: ποιες είναι οι διαφορές, οι ομοιότητες, οι συγγένειες;
Λ.Λ.: Η συγγένεια είναι ότι ο αφηγητής είναι ο ταπεινός πρόγονος του ηθοποιού, που δεν παρασταίνει τον απόγονό του, δεν παρασταίνει τίποτα, απλά αφηγείται σε ατομα και όχι σε ένα "κοινό", πάντα με δικά του λόγια, τη δική του, βαθιά σχέση μ' ένα παραμύθι.
Αν αντικαταστήσουμε τον αφηγητή από έναν ηθοποιό, το αποτέλεσμα, δεν θα είναι η αφήγηση ενός παραμυθιού, που τονίζω ότι προυποθέτει σχέση (ανάμεσα σ' αυτόν που λέει το παραμύθι, αυτόν που ακούει το παραμύθι και το ίδιο το παραμύθι) και όχι τεχνική, αλλά καλός, μέτριος ή κακός θεατρικός μονόλογος, όπου ο ηθοποιός θα παρασταίνει τον αφηγητή.
Μια μεγάλη διαφορά είναι ότι στο θέατρο που είναι ομαδική τέχνη, ο ηθοποιός είναι προστατευμένος (πίσω από ένα παγιωμένο κείμενο, μια σκηνοθεσία, ένα κοστούμι, όλο το οπλοστάσιο της θεατρικής τεχνικής...) ενώ στην αφήγηση, ο παραμυθάς είναι μόνος και άοπλος - αφηγείται μ' αυτό που είναι κι όχι μ' αυτό που ξέρει να κάνει.
Με λίγα λόγια, πρόκειται για δύο είδη που απαιτούν διαφορετική ψυχική διάθεση και πάνω απ' όλα, αυτός που λέει ένα παραμύθι πρέπει να πιστεύει στην κρυμμένη αλήθεια του εκφερόμενου λόγου - καμιά τεχνική "σωστής εκφοράς του λόγου" δεν μπορεί να καλύψει αυτή την ανάγκη.

Λίλη Λαμπρέλλη

 Θ.: Η αφήγηση ενός παραμυθιού διώχνει τους εφιάλτες; ξεκαθαρίζει το τοπίο; το άκουσμά του παρηγορεί; ανοίγει δρόμους;
Σας ρωτώ με αφορμή τη συνεργασία σας με τη Διάβαση.
Λ.Λ.: Ναι, τα κάνει όλα αυτά που τόσα εύστοχα αναφέρατε. Παρηγορεί, με την έννοια ότι σου λέει ότι δεν είσαι μόνος μπροστά στο σταυροδρόμι, αλλά μαζί σου είναι και ο μοναχικός ήρωας του παραμυθιού που θα τραβήξει τα μύρια όσα σε δοκιμασίες, αλλά τελικά θα αυτονομηθεί, θα γίνει "βασιλιάς". 
Ξεκαθαρίζει το τοπίο, γιατί είναι ολοφάνερο ότι δεν υπάρχουν άπειρες επιλογές, αλλά ουσιαστικά δύο μονάχα - η ζωή και ο θάνατος. Αν η πορεία σου έχει να κάνει με απεξάρτηση από ουσία, τότε η ουσία θα χαθεί για να ζήσει ο ήρωας, δηλαδή εσύ.
Η συνεργασία μου με τη Διάβαση μου έκανε το πολύτιμο δώρο να δω μπροστά μου ολοζώντανους τους αρχετυπικούς ήρωες των μαγικών παραμυθιών στα πρόσωπα των αγοριών και των κοριτσιών που ήταν σε πορεία απεξάρτησης - πλάσματα λεοντόκαρδα και αποφασισμένα να νικήσουν τον δράκο και να ελευθερώσουν τη φυλακισμένη βασιλοπούλα. Τους οφείλουμε σεβασμό και θαυμασμό.


Θ.: Όταν αφηγείστε, αυτοσχεδιάζετε; Και μας ακούτε εμάς που σας παρακολουθούμε, ή παρασύρεστε σ' έναν άλλο κόσμο ακολουθώντας τα "χνάρια του ήρωα";
Λ.Λ.: Όλοι οι παραμυθάδες αφηγούνται με στοιχεία αυτοσχεδιασμού, χωρίς βέβαια να αυτοσχεδιάζουν τα πάντα, γιατί αυτό θα έθετε σε κίνδυνο τη μουσικότητα της αφήγησης.
Σίγουρα, ακολουθώ τα χνάρια του ήρωα, αλλά ακούω κι αυτούς που μ' ακούνε, που σημαίνει ότι είμαι ανάμεσα σε δυο κόσμους: στο εδώ και τώρα των ακροατών που επικοινωνώ μαζί τους μέσα από βλέμματα, παύσεις γεμάτες "σχέση" και πάνω απ' όλα, μέσα από την ποιότητα της σιωπής τους, και συγχρόνως στον άχρονο χρόνο και στο πουθενά των παραμυθιών.
Θ.: "Ο παραμυθάς είναι ένα πλάσμα που ξέρει πως έχει χνάρια από φτερά", γράφετε.
Πώς χρησιμοποιείτε αυτά τα χνάρια στην καθημερινότητα;
Λ.Λ.: Προχωράω μ' εμπιστοσύνη στη ζωή επειδή γνωρίζω ότι μπορώ να πετάξω, όχι επειδή δείχνω στους άλλους ότι μπορώ να πετάξω. Αυτό σημαίνει ότι τις καθημεινές στιγμές προστατεύω τα χνάρια από τα φτερά μου, εκτός από τη στιγμή της αφήγησης που έχω γυμνούς τους ώμους και τα βλέπουν όλοι.
Το ζητούμενο, αν η ώρα είναι καλή, είναι μ' αυτά τ' αδύναμα φτερά να νικήσω τα βαρίδια της κοινωνικής σύμβασης, της επιφανειακής ευπρέπειας, της φυσικής φθοράς, ώστε να πετάξω στ' αλήθεια και να πετάξουν μαζί μου όλοι όσοι μπορούν να ταξιδέψουν ως εκεί όπου όλα μπορούν να συμβούν.
Θ.: Η ανάγνωση της ιστορίας του κόσμου μας μέσα από τα λαϊκά παραμύθια ποια άποψη σας έκανε να σχηματίσετε για τον άνθρωπο;
Λ.Λ.: Τι καλή ερώτηση! Η "ανάγνωση" της ιστορίας του κόσμου μεσα από τον προφορικό λόγο των παραμυθιών που γεννήθηκε προ γραφής και βέβαια προ ιστορίας και διέσχισε χρόνους και καιρούς, κατορθώνοντας να φτάσει ως το εγγράμματο σήμερα χάρη στη δύναμή του και μόνο τι μπορεί να μας πει για τον άνθρωπο όλων των εποχών κι όλων των τόπων; Πως ό,τι κι αν γίνει, θα τα καταφέρει. Όσο βαθιά κι αν είναι η κρίση, όσο σκληρή η απώλεια, όσο αργό το πένθος, όσο δύσκολη η μετακίνηση, θα μετακινηθεί και θα κατακτήσει καινουρια πράγματα που δεν έχουν να κάνουν με υλικό πλούτο, αλλά με ψυχικές δυνατότητες. Ό,τι κι αν γίνει, ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, ο άνθρωπος θα είναι πάντα με τη μεριά της ζωής.
Θ.: Σας ευχαριστώ για την άμεση ανταπόκριση κι εύχομαι "η βαρκούλα με το πανί" να καλοταξιδεύει τη "γητεύτρια των χορταριών και των ουράνιων τόξων".


Σεμινάρια της Λίλης Λαμπρέλλη
(για μεγέθυνση κλικ στην εικόνα)

πληροφορίες εδώ
πληροφορίες εδώ


διαβάστε: 
Βιβλία της Λίλης Λαμπρελλη
Καημός, το αγαπημένο παραμύθι της Λίλης Λαμπρέλλη


Καημός


Η αφηγήτρια Λίλη Λαμπρέλλη αφηγείται στo "Λόγος εύθραστος κι αθάνατος" το αγαπημένο της παραμύθι.


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν και δεν ήτανε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα κι είχανε μια θυγατέρα κι ένα παλικάρι. Κι η βασιλοπούλα, η κόρη τους –που λένε πως ήταν όμορφη σαν το φεγγάρι– είχε και μια παραμάνα που όλη μέρα αναστέναζε κι έλεγε:

-Οχ, καημός!...

Μια μέρα, η βασιλοπούλα τηνε ρώτησε:

-Παραμάνα μου, τι ’ναι τούτος ο καημός που όλη μέρα πια τον συλλογιέσαι κι αναστενάζεις;

Κι η παραμάνα αποκρίθηκε:

-Κόρη μου, να μη ζητάς να μάθεις τι ’ναι τούτος ο καημός! Απαπαπαπά, παιδάκι μου…

Όμως, εκείνη την ώρα, κάτω απ’ τα δώματα της βασιλοπούλας πέρναγε ένας πουλητής που διαλαλούσε την πραμάτεια του:

-Καημόοο… πουλώ! Καημόοο… πουλώ!

Η βασιλοπούλα έτρεξε και ρώτησε:

-Πόσο τον έχεις τον καημό;

-Φτηνό τον έχω στην αντάμωση κι ακριβό στο χωρισμό. Κι άμα δεν τον ταΐζεις, σε τρώει!

Κι η βασιλοπούλα, τι νομίζετε πως έκανε; Αγόρασε;…  Εμ, αγόρασε!... Κι ο καημός ήταν ένα σκουλήκι μέσα σ’ ένα μικρό κουτί.

Και τον έτρεφε, τον έτρεφε, τον έτρεφε η βασιλοπούλα κι ο καημός μεγάλωνε και μεγάλωνε και μεγάλωνε κι άλλο, κι έγινε φίδι, έγινε θεριό κι έφαγε τη μάνα της!... Ύστερα, έφαγε τον πατέρα της! Ύστερα, τον αδελφό της! Ύστερα, ολόκληρη την πολιτεία! Ρήμαξε η πολιτεία… Αλλά εκείνη δεν την έτρωγε…

Τότε, πήρε τα μάτια της και περπάτησε μονάχη μέσα στην ερημιά… Περπάτησε, περπάτησε, περπάτησε, ώσπου βρέθηκε μπροστά σ’ ένα δέντρο. Στις ρίζες του, ανάβλυζε πηγή. Κι αυτή ανέβηκε στα κλαριά του για να δει κι είδε να ’ρχεται από μακριά κουρνιαχτός μεγάλος. Κι όσο ο κουρνιαχτός πλησίαζε, είδε πως ήταν ένας καβαλάρης. Κι όταν ο καβαλάρης έφτασε κάτω από το δέντρο, εκείνη το είδε πως ήταν ένας βασιλιάς.

Ο βασιλιάς ξεπέζεψε για να ποτίσει το άλογό του. Όμως, το άλογο δεν έπινε! Σκιαζότανε… Τότε, ο βασιλιάς έσκυψε μέσα στο νερό για να δει τι είναι εκείνο που τρομάζει το άλογό του. Κι είδε να καθρεφτίζεται η πεντάμορφη.

-Νεράιδα είσαι ή άνθρωπος;

-Άνθρωπος είμαι, όπως κι εσύ.

Την αγάπησε με τη μια και της ζήτησε να την πάρει γυναίκα. Κι εκείνη κατέβηκε από το δέντρο, ανέβηκε στα καπούλια του αλόγου του και κάλπασε μαζί του ως το δικό του το παλάτι. Εκεί, ο βασιλιάς είπε στη γριά βασίλισσα, τη μάνα του:

-Μάνα, αυτή είναι η γυναίκα μου! Θα τη στεφανωθώ!...

Τη στεφανώθηκε κι εκείνη κίνησε γκαστρωμένη. Και φούσκωνε, φούσκωνε, φούσκωνε η κοιλιά… Περνούσανε καλά…  Ώσπου μια μέρα, ο βασιλιάς έπρεπε να πάει στον πόλεμο. Είπε στη μάνα του:

-Μάνα, τη γυναίκα μου και τα μάτια σου!

Ύστερα, ανέβηκε στο άλογό του κι έφυγε μαζί με τ’ ασκέρι.

Και πέρασε ο καιρός κι ήρθε η ώρα η καλή για να γεννήσει το κορίτσι. Και γέννησε κι έκανε ένα παλικάρι όμορφο σαν τον ήλιο και σαν το φεγγάρι. Την πρώτη μέρα το πλύναν, το ταΐσανε. Τη δεύτερη, το ταχταρίσανε. Την τρίτη, το νανουρίσανε. Όμως, σα σουρούπωσε η τρίτη μέρα, έκλαιγε το μωρό. Αίφνης, ακούστηκε βουητό που πλησίαζε και πλησίαζε κι άλλο κι ήλθε το θεριό!

-Οχ, καημός! Ήλθες πάλι;

-Πείνασα!

-Φάε με!

Τότε, ο καημός άνοιξε το στόμα και αααααααπ! Κατάπιε το μωρό! Ύστερα, έφυγε από κει πού ’ρθε…

Μπαίνει μέσα η γριά η μάνα, η βασίλισσα:

-Κόρη μου, δεν το ακούω να κλαίει το μωρό. Μην έπαθε τίποτα;

-Μάνα… Πείνασα και το ’φαγα…

-Τι είν’ αυτά που λες;… Το παιδί σου έφαγες;

-Ναι, μάνα, συγχώρα με, το ’φαγα.

-Δυστυχισμένη! Τώρα, τι θα πούμε στον άντρα σου;

Περνάει ο καιρός, τελειώνει ο πόλεμος, γυρίζει ο βασιλιάς.

-Μάνα, η γυναίκα μου καλά είναι; Γέννησε;

-Γιε μου, καλά! Γέννησε… Μόνο που το παιδί το χάσαμε…

-Το χάσαμε το παιδί;… Δεν πειράζει! Αυτή να ’ναι καλά!...

Κίνησε για δεύτερη φορά γκαστρωμένη. Και για δεύτερη φορά ο βασιλιάς έπρεπε να πάει στον πόλεμο. Λέει στη μάνα του:

-Μάνα, τη γυναίκα μου και τα μάτια σου! Και τούτη τη φορά να το προσέξετε το παιδί, να μην το χάσουμε…

Ήρθε η ώρα για τη γέννα. Κι η βασιλοπούλα γέννησε πάλι παλικάρι. Και τούτο σαν το πρώτο – ίδιο ήλιος, ίδιο φεγγάρι…

Την πρώτη μέρα, το πλύναν, το ταΐσανε, τη δεύτερη, το ταχταρίσανε, την τρίτη, το νανουρίσανε, μα σα σουρούπωσε, ακούστηκε βουητό…

-Ωχ, καημός! Ήλθες πάλι;

-Πείνασα!

-Φάε με!

Κι ο καημός άνοιξε το στόμα και ααααααπ! Κατάπιε το μωρό κι έφυγε…

Μπαίνει η γριά η μάνα:

-Κόρη μου, δεν το ακούω το μωρό. Μην έκανες τίποτα πάλι;

-Μάνα, συγχώρα με! Το ’φαγα…

-Έφαγες για δεύτερη φορά το παιδί σου; Ας μου ’λεγες να διατάξω να βάλουν δίπλα σου γλυκά, φαγιά, πιοτά… Μόν’ το παιδί σου έφαγες; Τι θα πούμε πάλι στον άντρα σου;…

Τελειώνει ο πόλεμος, γυρνάει ο βασιλιάς.

-Μάνα, η γυναίκα μου γέννησε; Το παιδί;…

-Γιε μου, γέννησε. Όμως, το παιδί το χάσαμε πάλι…

-Το χάσαμε πάλι; Φαίνεται πως αυτό είναι το ριζικό μας… Δεν πειράζει… Αυτή να ’ναι καλά!...

Κίνησε για τρίτη φορά γκαστρωμένη και για τρίτη φορά ο βασιλιάς έφυγε στον πόλεμο κι εκείνη γέννησε χωρίς τον άντρα της, μονάχη με τη γριά βασίλισσα, την πεθερά της. Όμως, τούτη τη φορά έκανε κορίτσι, όμορφο σαν όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού. Πρώτη μέρα, δεύτερη μέρα, τρίτη μέρα, ακούστηκε βουητό…

-Οχ, καημός! Ήρθες πάλι;

-Πείνασα!

-Φάε με!

Ο καημός άνοιξε το στόμα και αααααπ! Κατάπιε και το τρίτο το μωρό κι έφυγε… Μπαίνει μέσα η γριά:

-Δεν τ’ ακούω το μωρό! Μην έκανες τίποτα;…

-Το ’φαγα!

-Έφαγες για τρίτη φορά το παιδί σου;… Και γω σου ’βαλα δίπλα σου τόσα γλυκά, τόσα φαγιά, τόσα πιοτά… Α, δεν έχει. Τούτη τη φορά θα σε μαρτυρήσω! Θα τα πω όλα στον άντρα σου!

-Ό,τι θέλεις κάνε…

Γυρνάει ο βασιλιάς.

-Μάνα; Το παιδί;…

-Άκου, γιε μου. Τα παιδιά δεν πέθαναν, μονάχα τα τρώει αυτή. Εκεί που τη βρήκες μέσα στην ερημιά θα ’ναι καμιά άγρια, αφού τρώει τα παιδιά της.

Κι ο βασιλιάς την έδιωξε. Τι να ’κανε; Αφού έτρωγε τα παιδιά της…

Κι αυτή ξαναπήρε μονάχη το δρόμο της ερημιάς. Περπάτησε, περπάτησε, περπάτησε, βρέθηκε μπροστά σ’ ένα βουνό, σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε, ώσπου έφτασε στην κορφή. Εκεί γύρισε και κοίταξε ένα γύρο για να δει κι είδε να ’ρχεται κουρνιαχτός… Κι ακούστηκε το βουητό. Ήταν το θεριό…

-Οχ, καημός! Ήρθες πάλι;… Φάε με! Τι περιμένεις; Φάε με να γλιτώσω από τα βάσανα.

Όμως, ο καημός της αποκρίθηκε:

-Δε σε τρώω. Γιατί μετά τα τόσα και τόσα που σου ’κανα, εσύ δε με πρόδωσες. Μόνο θα σου δώσω πίσω τα τρία σου παιδιά, να γυρίσεις στον άντρα σου, το βασιλιά, να γίνεις βασίλισσα και να ζήσετε καλά…

Κι ευθύς, ο καημός άνοιξε το στόμα και ξέρασε τα τρία τα παιδιά, μεγαλωμένα! Ύστερα, σκίστηκε η γη στα δυο και το θεριό χώθηκε μέσα σαράντα οργιές και χάθηκε για πάντα…

Κι η βασιλοπούλα πήρε τα τρία της παιδιά και γύρισε στο παλάτι του άντρα της, του βασιλιά, και του τα ’πε όλα… Κι έγινε βασίλισσα!

Και ζήσανε καλά… Κι εμείς;… Καλύτερα!...


Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Λίλη Λαμπρέλλη, η γητεύτρια των ουράνιων τόξων



  

"Οι παραμυθάδες είναι μεγάλοι ψευταράδες που όμως λένε πάντα την αλήθεια." *






Η Λίλη Λαμπρέλλη αφηγείται παραμύθια της λαϊκής παράδοσης, γράφει μικρές ιστορίες με δομή παραμυθιού και θεωρητικά κείμενα για τα παραμύθια, παραδίδει σεμινάρια.
 

Γεννήθηκε το 1952 στον Πειραιά κι έμαθε να μοιράζεται μεγαλώνοντας δίπλα σε τέσσερα αδέλφια.

Της άρεσε το παραμύθι "Η καρδιά της μάνας" από τις "Χίλιες και μία νύχτες" και η αγαπημένη της ηρωίδα ήταν η Σταχτοπούτα. *




"Όλοι είμαστε φυσικοί αφηγητές όταν ονειρευόμαστε, αφού ο εγκέφαλος,
μέσα από τα όνειρα,
αφηγείται τις ιστορίες του ατομικού ασυνείδητου." *

Ασοχλήθηκε με τη μουσική, τα νομικά και εργάζεται ως μεταφράστρια. Το 1998 γνώρισε τυχαία τον παραμυθά Ανρί Γκουγκό και το μαγικό κόσμο των παραμυθιών.

ζωγραφιά της Φωτεινής Στεφανίδη για το "Κρυμμένο νερό"


 "Ο αφηγητής παραμυθιών όλων των χρόνων κι όλων των τόπων έχει την επίγνωση (συχνά μη συνειδητή) της αντίφασης ότι αφηγείται μια αληθινή ιστορία που δεν έχει συμβεί ποτέ." *

Τώρα αγαπημένο της παραμύθι είναι ο "Καημός", που το πρωτοάκουσε από την άλλη παραμυθού, συμμαθήτριά της στις καλόγριες, Αγνή Στρουμπούλη.
διαβάστε τον "Καημό" εδώ.

"Ο παραμυθάς είναι ένας ακροβάτης ισορροπιστής, ένας σαλτιμπάγκος που βγάζει από το στόμα του φωτιά."

 
Από το 2006 συνεργάζεται με τη Διάβαση. 
"Από μια συγκυρία κεραυνοβόλου έρωτα ξεκίνησα εργαστήρια στο μαγικό αυτό χώρο, όπου υλοποιείται η ουσία των παραμυθιών - η μετάβαση στην αυτονομία." *
Επίσης συνεργάζεται με τον Εναλλακτικό Χώρο Συμβουλευτικής "Ροή" .



από τη συνέντευξη της Λίλης Λαμπρέλλη στο ΘΕΑΤΡΟ


"Ο παραμυθάς, ενώ έχει ρίζες βαθιά μέσα στη γη, είναι αιθεροβάτης. Δεν είναι γητευτής ανθρώπων, είναι γητευτής χορταριών και ουράνιων τόξων." *


Η Λίλη Λαμπρέλλη πιστεύει ότι τα παραμύθια σε περιόδους κρίσης, περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο, ενισχύουν, απεγκλωβίζουν και παρηγορούν μικρούς και μεγάλους.
Κι ακόμα πως η σκληρότητα των παραμυθιών της προφορικής παράδοσης δεν είναι επικίνδυνη για τα παιδιά, μια και τους αφήνει το περιθώριο να φτιάξουν στο μυαλό τους τις δικές τους εικόνες, εικόνες που μπορούν να αντέξουν. *




Το 2011 βραβεύτηκε από τον Κύκλο του Ελληνικού παιδικού Βιβλίο για το "Κρυμμένο νερό".
"Η Λίλη Λαμπρέλλη συμπύκνωσε στο Κρυμμένο νερό τις πολύχρονες εμπειρίες της, τις γνώσεις και την αγάπη της στο παραμύθι, και πρόσφερε στα παιδιά μια ιστορία που μοιάζει σαν να έρχεται κατευθείαν από την καρδιά των αρχαίων λαών, ένα από τα μαγικά λεγόμενα παραμύθια, καθώς σε αυτό κυριαρχεί το υπερφυσικό στοιχείο."
Ελένη Σαραντίτη, 2010 *

 

"Μια φορά κι έναν καιρό ήταν και δεν ήτανε..."
 "Με γλώσσα απλή και βιωματική, ύφος προφορικού λόγου η Λίλη Λαμπρέλλη εξιστορεί την εμπειρία της κι έρχεται ν' απαντήσει σε ερωτήματα και προβληματισμούς που έχει κάθε αρχάριος αφηγητής."
Τασούλα Τσιλιμένη, 2010 *





cd με 4 λαϊκά παραμύθια και μια εισαγωγική ιστορία

 "Τα παραμύθια μας λένε: Πέτα... Πέτα, μη φοβάσαι, σου κρατάω το χέρι. Πέτα, μη μένεις εγκλωβισμένος σε μια θέση που μοιάζει φυλακή. Πέτα μαζί μου, κι όταν μορέσεις ν' ακούσεις τη σιωπή μου, έξοδος!"




  "Το παραμύθι προφορικής παράδοσης είναι μια βαρκούλα με πανί.
Κυλάει στη θάλασσα του συλλογικού ασυνείδητου, τη θάλασσα των ονείρων.
Τη σπρώχνουν ανάσες ελευθερίας.
Το τιμόνι το κρατάει αυτός που ακούει.
Η ποθητή στεριά είναι η ουσία των πραγμάτων, το κουκούτσι της ύπαρξης, το νόημα της κάθε στιγμής, η εμπιστοσύνη στη ζωή, η λαχτάρα να θέλεις να ζήσεις άλλη μια μέρα." * 




 "Επιχειρώ να προσεγγίσω τη συμβολική ερμηνεία του Πολυροβιθά, που δεν είναι άλλος από τον αφέντη του παπουτσωμένου γάτου, της συλλογής των αδελφών Γκριμ."





 

 "Παραμύθια παραμυθίας από την προφορική παράδοση που δίνουν απαντήσεις "εφ' όλης της ύλης" κι όχι μόνο στα παιδιά - αλλά σε όλους όσοι νιώθουν την ανάγκη να μεγαλώσουν ψυχικά, να λύσουν κόμπους, να ανοιχτούν στη χαρά της κάθε καινούριας μέρας."


 


"Επιχειρώ να προσεγγίσω τη συμβολική ερμηνεία της Στρίγκλας, της κανίβαλης αδελφής του Γιαννάκη, του ατρόμητου - που όμως αυτή δίνει το κλειδί της αυτονομίας."







"Αυτό είναι που διακρίνει τη γλωσσική ικανότητα της Λίλης Λαμπρέλλη - προτάσεις που αγγίζουν το ρυθμό της ποίησης και τολμούν τη χρήση λέξεων όχι πάντα συνηθισμένων."
Μάνος Κοντολέων, 2011 *


 "Ένα παραμύθι για μια βασιλοπούλα λαίμαργη και για ένα φτωχό παραγιό που κατόρθωσε να γίνει βασιλιάς χάρη στην αγάπη και τη σοκολάτα."



 








Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

Γιατί λέω παραμύθια



"Στα παλιά χρόνια, οι κυνηγοί στο μαύρο δάσος, όταν σημάδευαν ένα ζώο, προσπαθούσαν να το κάνουν χωρίς να βρεθούν πρόσωπο με πρόσωπο με το θήραμά τους, γιατί έλεγαν πως αν αντίκριζαν το βλέμμα του λίγο πριν το σκοτώσουν, τότε το πνεύμα του που ήταν γεμάτο θάνατο τους μαύριζε το αίμα. Αν γινόταν αυτό, ο κυνηγός γυρνούσε μόνος στο χωριό, απομονωνόταν για μέρες, δεν έτρωγε, δεν έπινε, δεν μιλούσε σε κανέναν ώσπου να νιώσει μέσα του πως ήρθε η ώρα να αφηγηθεί αυτή την ιστορία. Λέγοντας στους άλλους τι ακριβώς έγινε σ' εκείνο το κυνήγι κι αντίκρισε το βλέμμα του ζώου που σκότωσε, καθάριζε το αίμα του."

"Λέω παραμύθια για να καθαρίσω το μαύρο μου αίμα"
λέει ο γάλλος παραμυθάς Μισέλ Ιντενόκ. *

Αυτή η απάντηση εκφράζει την παραμυθού Λίλη Λαμπρέλλη, που εξηγεί:
"Όλοι οι παραμυθάδες το ξέρουμε καλά πως τα παραμύθια -και πάνω απ' όλα τα μαγικά παραμύθια- μας καθαρίζουνε το αίμα, που πάει να πει πως είναι απελευθερωτικά. Όσο κι αν κάποιες φορές, με μια πρώτη ματιά, μοιάζουν παθητικοί οι ήρωές τους, πάντα έρχεται η στιγμή ν' αντικρίσουν το βλέμμα του αγριμιού που είναι λουσμένο στο θάνατο, πάντα μαυρίζει το αίμα τους και πάντα στο τέλος, αποδεχόμενοι τη θνησιμότητα, μετακινούνται προς τη ζωή και το αίμα τους καθαρίζει."


Λίλη Λαμπρέλλη


"Λέω παραμύθια γιατί θέλω να θυμάμαι πως έχω χνάρια από φτερά.
Λέω παραμύθια για να θυμίζω σε όσους θέλουν ν' ακούσουν πως έχουν χνάρια από φτερά." *







Η Λίλη Λαμπρέλλη βρήκε τη δική της απάντηση "πριν κάμποσα χρόνια, μια μέρα που έβλεπα στην τηλεόραση ένα ντοκιμαντέρ για δεινόσαυρους. Επιστήμονες συζητούσαν για ένα απολίθωμα αυτού του παράξενου ζώου που είχε ίχνη φτερών και δεν ήξεραν αν ήταν ένα είδος που είχε πετάξει στο παρελθόν και βρισκόταν σ' ένα στάδιο εξέλιξης όπου χάνονταν τα φτερά του ή το αντίθετο, αν επρόκειτο να πετάξει στο μέλλον.
Εκείνη τη στιγμή, μπροστά στην ανοιχτή τηλεόραση, ψαχούλεψα την πλάτη μου, εκεί ανάμεσα στους ώμους, κι ένιωσα πως είχα τέτοια χνάρια. Έξαφνα, γεννήθηκε μέσα μου η ιδέα ότι αυτό είναι ο παραμυθάς: ένα πλάσμα που έχει χνάρια από φτερά. Άραγε να πετούσε κάποτε και με τις αφηγήσεις του θέλει να ιστορήσει μνήμες τ' ουρανού ή ετοιμάζεται να πετάξει και μιλάει ακατάπαυστα γι' αυτό, για να πάρει κουράγιο, επειδή δεν το αποφάσισε ακόμα;"


Αγνή Στρουμπούλη
"Όταν αφηγούμαι νιώθω υπέροχα!
Το Παραμύθι μου δίνει την ευκαιρία να μιλήσω για τα πιο βαθιά, άρα δύσκολα πράγματα με την αφέλεια της ματιάς ενός παιδιού."



"Η ένταση της ζωής κάνει να τον άνθρωπο να έχει την ανάγκη να θέλει να περιγράψει κάτι, να το πει, για να μπορέσει να το χωρέσει γιατί αλλιώς είναι αχώρετο.
Η αγωνία μπροστά στο θάνατο δημιουργεί αυτή την τάση για εξουσία που γίνεται ασύδοτη και ουσιαστικά σκοτώνει τη ζωή, πνίγει τη ζωή. Αυτή είναι η ανάγκη που μας οδηγεί να λέμε παραμύθια. Η συνείδηση της θνησιμότητάς μας που με το λόγο είναι σαν να αθανατίζεις ένα αίσθημά σου μία εμπειρία σου." *
"Όταν αφηγούμαι νιώθω υπέροχα! Το Παραμύθι μου δίνει την ευκαιρία να μιλήσω για τα πιο βαθιά, άρα δύσκολα πράγματα με την αφέλεια της ματιάς ενός παιδιού." *
"Τα λαϊκά παραμύθια μάς έρχονται από πολύ πολύ πολύ παλιά, από την παιδική ηλικία του ανθρώπου και σφύζουν από λαχτάρα για ζωή. Αυτό με συνεπαίρνει. Μιλούν με εικόνες, τον πιο "αθώο" τρόπο επικοινωνίας, γιατί απευθύνεται σε κάθε ηλικία, σε κάθε ευαισθησία, σε οποιοδήποτε επίπεδο μόρφωσης κ.λ.π., αφού η εικόνα μεταδιδόμενη με το λόγο και κυρίως με την εκφραστικότητα ολόκληρου του σώματος, σχηματίζεται τελικά στη φαντασία καθενός, όπως εκείνος θέλει.Αυτός λοιπόν ο πλούτος και η ελευθερία με καταγοήτευσαν και με κρατούν ακόμα σφιχτά κοντά τους." *

διαβάστε:
Συνέντευξη της Λίλης Λαμπρέλλη στο ΘΕΑΤΡΟ
Λίλη Λαμπρέλλη, η γητεύτρια των ουράνιων τόξων
Λίλη Λαμπρέλλη - προσωπική ιστοσελίδα
Συνέντευξη της Αγνής Στρουμπούλη στο ΘΕΑΤΡΟ
Τα λαϊκά παραμύθια είναι ένας τρόπος μύησης για τη ζωή - συνέντευξη Αγνής Στρουμπούλη
Συνέντευξη με την Αγνή Στρουμπούλη
Συνομιλία με την Αγνή Στρουμπούλη

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...