Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στρουμπούλη Αγνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στρουμπούλη Αγνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Αγνή Στρουμπούλη, αφηγήτρια λαϊκών μαγικών παραμυθιών




"Όλα όσα έχουν λέξεις για να ειπωθούν, γίνονται!







Αλλά οι φοβέρες και οι πειθαρχίες φροντίζουν να μας αποκόψουν από την πηγή της αυθεντικής ζωής που είναι η Φαντασία." *

Η Αγνή Στρουμπούλη αφηγείται παραμύθια, κάνει εκπομπές λόγου στο ραδιόφωνο, εργαστήρια για την τέχνη της αφήγησης, παραστάσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, γράφει και μεταφράζει βιβλία.

Γεννήθηκε το 1952 στον Πειραιά.
Όταν ήταν μικρή της άρεσε το παραμύθι της Ραπουνζέλ, που της διάβαζε η αδελφή της. "Αυτό το κοριτσάκι μέσα στον πύργο της γριάς μάγισσας μοναχό του με κατασυγκινούσε, μα κάθε βράδυ της ζητούσα να μου το ξαναδιαβάσει."  *

Εργάστηκε ως κοινωνική λειτουργός και υπεύθυνη εκπαιδευτικών προγραμμάτων και από το 1995 ασχολείται με τα ελληνικά λαϊκά παραμύθια. Το 1996 κι ενώ ακόμα εργαζόταν, άρχισε να αφηγείται.
Να αφηγείται λ α ϊ κ ά  μ α γ ι κ ά παραμύθια.
"Λ α ϊ κ ά είναι τα παραμύθια της προφορικής παράδοσης, που μεταδόθηκαν για αιώνες από στόμα σε στόμα, κι απ' τις αρχες του 19ου αιώνα, περίπου, αρχίζουν να καταγράφονται.
Μ α γ ι κ ά -που είναι και τα κατ' εξοχήν παραμύθια- είναι αυτά στα οποία λαμβάνει χώρα το θαυμάσιο, δηλαδή το θαύμα." *



"Τα παραμύθια της Προφορικής μας παράδοσης τα γνώρισα σε μεγάλη ηλικία, από το εξαιρετικό βιβλίο του Γιώργου Ιωάννου Τα παραμύθια του λαού μας.
Άνοιξαν έναν καινούριο άπλετο χώρο στη ζωή μου, όπου οι αντιφάσειςπου μέχρι τότε ήταν άλυτοι κόμποι, ο πόνος, η υπομονή, η αναζήτηση αποκτούσαν πλήρως το νόημά τους και δικαιώνονταν!
Κι έτσι πολύ αργότερα, όταν ωρίμασα κι άλλο κι αντιμετώπισα το ακατανόητο του θανάτου, ελευθερώθηκα και "βούτηξα" στα Παραμύθια για να λούζομαι καθημερινά την αλήθεια τους.
Παραιτήθηκα από τη δουλειά μου κι άρχισα να αφηγούμαι." *

"Όταν πέθανε ο πατέρας μου, ένιωσα ότι δεν υπάρχει μέλλον. Ό,τι θέλεις να κάνεις κάντο τώρα, υπάρχει παρόν και παρελθόν. Και είπα θα μπω στα παραμύθια κι αυτά θα μου δώσουν το πεδίο της μνήμης."  *

Σήμερα επαναλάμβάνει συχνά μια φράση από ένα ελληνικό λαϊκό παραμύθι:
"...Είπε τότε ο δράκος: να του πεις να φέρει μια κοπέλα που από το στήθος της βγαίνουν γαρύφαλα κι άμα κόψεις γαρύφαλο, βγαίνουν άλλα."

"Η σκληρότητα της ζωής μάς πληγώνει, μας τσακίζει πολλές φορές. Στα παραμύθια, πρώτα πρώτα υπάρχει η σύμβαση του ψεύδους, που μας καθησυχάζει ότι δεν κινδυνεύουμε άμεσα. Άρα μπορούμε να ξαναζήσουμε, ηδονικά, τη σκληράδα της ζωής, μέσα από τη σκληράδα των παραμυθιών αποζυμώντας, τώρα και το νόημα, που μπορεί να έχει." *

 Η προετοιμασία για την αφήγηση ενός παραμυθιού δεν είναι απλή για την Αγνή Στρουμπούλη:
"Πέρα από τη μακρόχρονη συμβίωση με το παραμύθι, για να μου ανοιχτεί, να μου ψυθιρίσει τα μυστικά του (που γίνοντα για μένα εξαιρετικές ανακαλύψεις), υπάρχει η φροντίδα του χώρου, κι ακόμα πιο πολύ -μια και εξαρτάται απ' το χέρι μου- η δική μου προετοιμασία. Αυτό σημαίνει: ασκήσεις, μόνωση, σιωπή, φαγητό λίγο, ξεκούραση και "περιποίηση" σαν να ετοιμάζομαι νύφη! Αλήθεια! Σ' αυτήν την έξαρση της λαχτάρας, της έννοιας να πάνε όλα καλά, βγαίνω!
Κατά τη διάρκεια της Παράστασης βρίσκομαι σε τρομερή εγρήγορση. Γίνομαι όπως λένε εκατόγχειρ, εκατόφθαλμος. Βλέπω την εικόνα που λέω, βλέπω την εικόνα που έρχεται, βλέπω το κοινό, βλέπω το χώρο..." *



"Το Παραμύθι μού δίνει την ευκαρία να μιλήσω για τα πιο βαθιά, άρα δύσκολα πράγματα με την αφέλεια της ματιάς ενός παιδιού" *


"Στη μοναχική επανάληψη των Παραμυθιών στο δωμάτιο, περπατώντας στον Υμηττό, στην αγαπημένη μου παραλία, μουρμουρίζοντάς τα στους δρόμους της Πόλης... όλο και περισσότερο καταλαβαίνω πως κοχύλι είμαι, που περνούν από μέσα μου αιωνόβιοι ήχοι, κουρέλια εμπειριών, και ζητούν να τα φέρω, για άλλη μια φορά, στο φως της ημέρας." *



"Οι γριές των παραμυθιών δεν είναι καθόλου παραιτημένες, ποθούν, εκδικούνται, μηχανορραφούν, και πού και πού δίνουν και καμιά καλή συμβουλή...
Σε κάθε περίπτωση, "γελοιοποιούν" την όποια ηθκολογία." *



 




"Είναι θεόρατοι, έχουν υπερφυσική δύναμη, αλλά ευτυχώς δεν έχουν πολύ μυαλό.
Φαίνεται πως αντικατέστησαν τις δευτερεύουσες θεότητες της αρχαιοελληνικής μυθολογίας." *




 

"Οι πέτρες αφηγούνται ιστορίες. Στους βράχους και τα λιθάρια, ανάλογα με το φως, βλέπεις να σχηματίζονται στην ανώμαλη επιφάνειά τους πρόσωπα, ζώα, συμπλοκές, ολόκληρες ιστορίες." *

 

 "Περγιαλό είναι ο ίσκιος του σπιτιού.
Περγιαλό είναι ένα ανθρωπάκι κοντό, γαλανόματο, με φεσάκι." *





"Εστία, λοιπόν, το τραπέζι -να ελευθερώσει όλους τους συνειρμούς.
Το μεγάλο τραπέζι με τους ανθρώπους γύρω τρυπάει τη μνήμη -την προσωπική και τη συμβολική. Αρχίζει κάτι να γίνεται.
Δεν στέκω απέναντι - οθόνη.
Γυρνάμε στον κύκλο. Εκεί το σώμα διατίθεται με άλλον τρόπο: η ευθεία είναι μπροστά μας να κουβαλάει κάθε εικόνα και 'μεις να την κόβουμε σαν ψωμάκι, ανάλογα με την πείνα μας και να την τρώμε!
Ο κύκλος λειτουργεί σαν όριο, όλα συμβαίνουν ανάμεσά μας-γίνεται κυματοθραύστης, αντέχουμε γιατί είμαστε δίπλα δίπλα. Το σημαντικό είναι αυτό που συμβαίνει στο κέντρο - το Παραμύθι, που το ακουμπώ στο τραπέζι και γίνεται τροφή να τη λάβουμε.
Μόνο μέσα σ' αυτή τη ζωτική σχέση, νομίζω πως μπορεί να μας δώσει τους χυμούς του- κάτι σαν αθάνατο νερό.
Κερνώ κι ένα ποτήρι κρασί. Έχουμε το Σώμα, ας λάβουμε και το αίμα." *


διαβάστε:
Αγνή Στρουμπούλη - συνέντευξη στο ΘΕΑΤΡΟ
Αγνή Στρουμπούλη - ιστολόγιο
Γιατί λέω παραμύθια
Εργογραφία
Στη μαγική αγκαλιά των παραμυθιών - συνέντευξη
Συνομιλία με την Αγνή Στρουμπούλη
Τα λαϊκά παραμύθια είναι ένας τρόπος μύησης για τη ζωή - συνέντευξη
Συνομιλία με την παραμυθού Αγνή Στρουμπούλη


Η αφήγηση μοιάζει πως είναι η πρώτη μορφή θεάτρου





 Έστειλα με e-mail τις ερωτήσεις μου στην Αγνή Στρουμπούλη κι εκείνη μου έστειλε τις απαντήσεις της.






ΘΕΑΤΡΟ: Θέατρο - Αφήγηση, ηθοποιός - αφηγητής: συγγένειες, ομοιότητες, διαφορές
ΑΓΝΗ ΣΤΡΟΥΜΠΟΥΛΗ: Η Αφήγηση μοιάζει πως είναι η πρώτη πρώτη μορφή θεάτρου: ένας άνθρωπος στέκει απέναντι σε άλλους ανθρώπους και απευθύνεται σ' αυτούς με το λόγο και με το σώμα - εκφραστικότητα σώματος. Αργότερα γίνονται δύο και δημιουργείται ο διάλογος και σιγά σιγά αυτξάνεται ο αριθμός και τα στοιχεία που "ντύνουν" την παράσταση.
Αν και πολλές φορές σήμερα ο Αφηγητής Παραμυθιών νοιώθει την ανάγκη να προσθέσει στοιχεία - μουσική, ειδικό ρούχο, σκηνικά αντικείμενα, κούκλες κουκλοθεάτρου, κλπ. - για να "πλουτίσει" την παράσταση του και να "ανταγωνιστεί" το θέατρο, νομίζω ότι η Αφήγηση Παραμυθιών είναι και πρέπει να παραμείνει μία τέχνη ταπεινή. Δηλαδή, με άκρα λιτότητα συμπληρωματικών στοιχείων, αλλά με πολλή δουλειά, να καταφέρει ο Αφηγητής να γίνει "διαφανής", για να τον διαπεράσει η ιστορία και να φτάσει στο κοινό.
Θ.: Με την αφήγηση συνδέεστε με το άγνωστο παρελθόν, με την συγγραφή; Με το άγνωστο, πολύ μακρινό μέλλον και τους ανθρώπους του; Και είναι αυτό παρηγορητικό, λυτρωτικό;
Α.Σ.: Συχνά λέω ότι τα Παραμύθια είναι ένα πυκνό σώμα μνήμης. Η μνήμη ως διαρκές παρόν, ως τρόπος διήθησης της εμπειρίας χωρίς χρονικές τομές: παρελθόν - παρόν - μέλλον. Άλλωστε τί αντίκρισμα έχουν αυτοί οι διαχωρισμοί στα αισθήματα μας; Είναι ανύπαρκτοι.
Από τη στιγμή λοιπόν που μοιράζεσαι, δια της αφήγησης Παραμυθιών, μία τέτοια εμπειρία, ή με άλλα λόγια κολυμπάς σε αυτή την αλήθεια, ζεις τον εαυτό σου και τα αισθήματα σου έξω από αυτή τη διάσπαση, παρηγορείσαι. Γιατί τι σε κάνει απαρηγόρητο; Ο αποχωρισμός - της γέννας και του θανάτου - Και κάθε είδους εμπειρία που τον ανακαλεί.



Θ.: Ήταν μία φορά ένας άνθρωπος που έχασε το ταίρι του. Στενοχωρήθηκε τόσο πολύ που έχασε και τη μνήμη του. Ποιό παραμύθι θα του ιστορούσατε;
Α.Σ.: Νομίζω πώς θα καθόμουν αντικριστά του σιωπηλή. Σιωπηλή και θα τον κοίταζα. Μάλλον θα άπλωνα το χέρι μου και θα τον άγγιζα. Και πιστεύω ότι αυτοί οι δύο δρόμοι της αφής και του βλέμματος, θα φερναν τις λέξεις. 
Θ.:  Σαν κλείσει ο κύκλος και βρεθούμε δίπλα δίπλα, φοβάστε ότι κάποιο ορμητικό κύμα θα τον διαλύσει;
Α.Σ.: Αν ξεκινάς από μια δική μου φράση, λέω ακριβώς το αντίθετο. ότι δηλαδή, το δίπλα δίπλα και ιδιαίτερα στο σχήμα του κύκλου, μας κάνει πολύ δυνατούς να αντέξουμε τα κύματα και τους κραδασμούς που δημιουργούνται κατά την Αφήγηση.
Θ.: "Όλο και περισσότερο καταλαβαίνω πως κοχύλι είμαι, που περνούν από μέσα του αιωνόβιοι ήχοι, κουρέλια εμπειριών, και ζητούν να τα φέρω, γι' άλλη μια φορά στο φως της ημέρας.", γράφετε. 
Κι ο Γιώργος Σεφέρης στο Η μερολόγιο καταστρώματος: "Ταξίδευε σ' άκρες ιωνικές, σ' άδεια κοχύλια θεάτρων."
Πώς περνούν μέσα σας οι τέχνες; Φιλτράρονται από τα παραμύθια;
Α.Σ.: Τα κοχύλια βέβαια του Σεφέρη είναι μια εικόνα, όπως ακριβώς το σχήμα των Αρχαίων Θεάτρων. Το δικό μου κοχύλι είναι η μεταφορά στο αντικείμενο, που ο πολύς χρόνος και η πολλή θάλασσα που πέρασαν από μέσα του, το 'καναν να αντηχεί το μουρμουρητό της θάλασσας και της αρμύρας. Πιστεύω ότι τα παραμύθια είναι ένα βλέμμα στα πράγματα. Όλα είναι εδώ, εξαρτάται από το βλέμμα που έχουμε για κάθε τι ώστε να του επιτρέψουμε να μας αποκαλυφθεί.
Είναι αρκετά χρόνια που ξεδιψώ και λούζομαι με τα παραμύθια, οπότε, ναι, γίνονται ένα είδος φίλτρου-όπως λες, βλέμματος σε κάθε τι άλλο. Άλλωστε τα συγγενή πράγματα συναντιώνται. Κι αγαλλιάζουν με τη συνάντηση.



Θ.: Πού θα βρει καταφύγιο ένα άστεγο παραμύθι;
Α.Σ.: Νομίζω ότι στο πρώτο στενό το περιμένει η στέρηση: η ιδανική συνθήκη για ν΄ακούσομε, να λάβομε.
Θ.: "Ελάτε να πούμε ψέματα πέντε σακιά γιομάτα. Ψέματα κι αλήθεια, έτσι είν' τα παραμύθια."
Υπάρχουν καλά ψέματα και κακές αλήθειες;
Α.Σ.: Ας πάμε πέρα απ' το καλό και το καό. Πόσο πολύ παιδευόμαστε μ' αυτά τα απόλυτα σχήματα... Υπάρχει το ωραίο [ώριμο, στην ώρα του] και το άσχημο [ασχημάτιστο, χωρίς μορφή], το αρμονικό και το αταίριαστο, το γνήσιο και η επίφαση κ.λ.π.
Το ελάτε να πούμε ψέματα... είναι το παιχνιδιάρικο αναποδογύρισμα, η αυτοαναίρεση που κάνει το παραμύθι, για να σου σπάσει τις αντιδράσεις... Μην ανησυχείς, φίλε, δεν θα διαπραγματευτούμε την Αλήθεια... Ψέματα θα πούμε, χαζομάρες, έλα, άφησε απ' έξω τη σπουδαιοφάνεια και τις άμυνές σου...
Θ.: Ποιο θεατρικό έργο θα θέλατε να αφηγηθείτε;
Α.Σ.: Τα θεατρικά έργα είναι για να παίζονται. Παραμύθια αφηγούμαι.
Θ.: "Όλα έχουν λέξεις για να ειπωθούν, γίνονται! Αλλά οι φοβέρες και οι πειθαρχίες φροντίζουν να μας αποκόψουν από την πηγή της αυθεντικής ζωής που είναι η Φαντασία.", λέτε.
Φαντασία στην εξουσία, λοιπόν;
Α.Σ.: Δεν μου λες, τώρα θα μιλήσουμε με συνθήματα; Κι αν πολύ το θέλεις, ναι, ας αφήσουμε να μας εξουσιάσει η Φαντασία. Θα δίνει, πάντα, άλλες δυνατότητες στη μιζέρια μας.
Θ.: Περιπλανηθήκατε στην ιστορία του κόσμου μέσα από τους λαϊκούς μύθους. Ποια εικόνα σχηματίσατε για τον άνθρωπο;
Α.Σ.: Είμαστε ένα τραγικό πλάσμα που σπάει κάθε τι, γιατί για να το καταλάβει πρέπει να το βλέπει απ' την καλή κι απ' την ανάποδη. Αυτά τα φοβερά ζεύγη των αντιθέτων που διασπούν την κάθε στιγμή, ποτίζοντάς την με αμφιβολία ή αποστεγνώνοντάς την, αν προσεταιριστούμε τη μια πλευρά. Οπότε ας διαστείλουμε το αίσθημά μας, την καρδιά μας, να την ξεχειλώσουμε, μπας και χωρέσουμε περισσότερη ζωή ζωή, κι όχι θανατίλα ζωή. Αμήν.
Θ.: Ευχαριστώ για την άμεση ανταπόκριση κι εύχομαι να είστε πάντα δίπλα δίπλα με τη φαντασία.


διαβάστε:


Τα όρκανα και τα τούμπανα





 Από τη συλλογή παραμυθιών που επιμελήθηκε η Αγνή Στρουμπούλη. *








Μία φορά ήταν ένας βασιλές κι είχε μια κόρη πανώρια που δεν ύπαρχε στον ντουνιά άλλη καμιά σαν κι αυτήν. Αυτός ο βασιλές δεν είχε βασιλόπουλο να πάρει το θρόνο του κι εφοβάτο να βάλει γαμπρό στο παλάτι, να μην τον βγάλει απ' το θρόνο και γι' αυτό δεν πάντρευε την κόρη του.
Μα έλα που έρχονταν και τη ζητούσαν κάθε μέρα τα βασιλόπουλα. Για να ξεφορτωθεί κι αυτός έβγαλε ένα ντελάλη να ντελαλήσει πως όποιος πάει να φέρει τα όργανα και τα τούμπανα και τα δώσει του βασιλέ να παίξει στο γάμο της κόρης του, εκείνου θα τη δώκει.
Ένα ένα βασιλόπουλο πήγαινε να 'βρει τα όργανα και τα τούμπανα, μα κανένα δεν εγύριζε.
Άμα επέρασε πολύς καιρός να και παρουσιάζεται ένα βασιλόπουλο και λέει του βασιλέ πως θα πάει να του τα φέρει. Ξεκίνησε το λοιπόν κι επήγαινε. Εκεί που πήγαινε απαντά ένα χωράφι πολύ μεγάλο γεμάτο αγκάθια, τριβόλια κι αστοιφίδες [αφάνες]. Το βασιλόπουλο, μωρέ μάτια μου, βγάζει τα παπούτσια του και ξυπόλυτο περπατούσε στο χωράφι μέσα στις αγκύλες, κι άμα πατούσε καμιά φώναζε:

- Ωχ τι γλύκα! Ποτές μου δεν περπάτησα σε τέτοιο όμορφο χωράφι.

Και πάλι άμα πατούσε άλλη το ίδιο. Τότες να και παρουσιάζεται το στοιχειό του χωραφιού, ένας δράκος και του λέει:

- Ποιος είσαι συ, παλικάρι μου, που μου λες αυτά τα καλά
λόγια;
- Κάμε μου τη χάρη και δείξε μου από πού θα πάω να βρω
τα όργανα και τα τούμπανα; λέει το βασιλόπουλο.
-Εγώ δεν ξέρω, μόνο η αδελφή μου η συκιά ξέρει και θα
σου πει.

Τραβά τότες το παλικάρι και πηγαίνει και βρίσκει μια συκιά κι ήταν φορτωμένη σύκα σκουληκιασμένα. Εκείνος, μωρέ μάτια μου, κόβει ένα, το ανοίγει και βλέπει κάτι σκουλήκους, μα τι σκουλήκους. Τό 'φαγε με τους σκουλήκους κι έλεγε κιόλα:

- Τι όμορφο σύκο! Έφαγα κι άλλα σύκα, μα σαν και τούτο τουτηνής της συκιάς δεν έφαγα ποτές στη ζωή μου.

Το ακούει η συκιά και του λέει:

- Ποιος είσαι συ, παλικάρι μου, που έφαγες απ' τα σύκα μου, που εδώ τόσα χρόνια περάσανε τόσοι και τόσοι κι έλεγαν: "Χαρά στα σύκα". Κι ύστερα άμα τ' ανοίγανε και βλέπανε μέσα τους σκουλήκους βλαστημούσαν και τα σύκα και τη μάνα τους.

- Εγώ πηγαίνω να 'βρω τα όργανα και τα τούμπανα και δεν
ξέρω το δρόμο, λέει εκείνος.
-Κι εγώ δεν ξέρω, παλικάρι μου, μόνο η αδελφή μου η βρύση που είναι κει κάτω ξέρει και θα σου δείξει.

Ξεκινάει πάλι ο καλός μας και πάει στη βρύση. Βλέπει το νερό κι ήταν γεμάτο σκουλήκους. Εκείνος έβαλε το στόμα του κι έπινε κι άμα ήπιε φώναξε:

- Α! Τι όμορφο νερό! Ποτές στη ζωή μου δεν ξανά 'πια τέτοιο όμορφο νερό.

Του λέει τότες η βρύση:

- Ποιος είσαι συ, παλικάρι μου, και μου επαινείς το νερό μου; Απ' εδώ περάσανε χιλιάδες κι άμα έπιναν λιγάκι το φτύνανε και βλάστημούσαν κι εμέ και το παιδί μου κι εσύ δεν φτάνει μόνο πού 'πιες, μόνο είπες και τόσα καλά λόγια.
- Θέλω να πάω να πάρω τα όργανα και τα τούμπανα.
- Δύσκολο πράγμα μου ζητάς, παλικάρι μου. Θα πας μεσάνυχτα ακριβώς, που κοιμούνται όλοι οι δράκοι, γιατί τα όργανα και τα τούμπανα τα 'χουνε μες στη μέση σαράντα δράκοι και τα φυλάγουν. Εσύ άμα ακούσεις και ροχαλίζουνε, να δρασκελίσεις έναν έναν και να τα πάρεις. Μόνο άμα τα πάρεις, να μην ανοίξεις και παίξεις, γιατί θα πάθεις κακό μεγάλο.

Φεύγει το βασιλόπουλο και πάει. Άμα επήγε σ' εκείνο το μέρος απάντεχε νά 'ρθουν τα μεσάνυχτα. Εκεί κατά τα μεσάνυχτα ακούει το ροχαλητό των δράκων, ένα ροχαλητό που αντιλαλούσαν τα όρη και τα βουνά. Εκείνος, μωρέ μάτια μου, μήδ' εφοβήθει μηδέ τίποτα. Μόνο δρασκέλισε τους δράκους και παίρνει τα όργανα και τα τούμπανα και φεύγει πάλι, χωρίς να νοιώσουν.
Επέρασε πάλι απ' τη βρύση, απ' τη συκιά κι απ' το χωράφι κι επήγε στην πολιτεία.
Οι δράκοι ξύπνησαν κι είδανε πως λείπανε τα όργανα και τα τούμπανα κι επήραν δρόμο. Πάνε στη βρύση και την ρωτούσαν μπας και είδε κανέναν με τα όργανα και τα τούμπανα; Εκείνη τους λέει πως δεν είδε κανένα. Ρωτούν τη συκιά κι εκείνη τους λέει πως δεν είδε κανένα. Ρωτούν το χωράφι, τα ίδια. Τότες εγύρισαν πίσω.

Το βασιλόπουλο πήγε τα όργανα και τα τούμπανα στο παλάτι και τα 'δωκε του βασιλέ. Ο βασιλές απόμεινε σβηστός [άλαλος], μα έλα που έδωκε το λόγο του.

Την Κυριακή λοιπόν εγίνηκαν γάμοι και χαρές και ξεφάντωσες καλές. Ύστερα απ' το φαγητό, έπιασε πια ο βασιλές να παίξει ως καθώς είχε ταμένο τα όργανα και τα τούμπανα. Πάει να παίξει και βγαίνουν από μέσα τέσσερις δράκοι και τον εφάγανε. Ύστερα μπήκανε πάλι μέσα στα όργανα. Τότες πέσανε κατά πάνω τους, το βασιλόπουλο κι οι άλλοι όλοι με τα χαντζάρια τους και τους ξεμπέρδεψαν [αφάνισαν] τους δράκους.
Έγινε πια τότες το βασιλόπουλο βασιλές τρανός κι έκαμε μεγάλο φαγοπότι, κι ήμουν κι εγώ εκειδά κι έφαγα και χόρεψα και γλέντησα καλά.

Έφυγα κι εγώ απ' εκεί, μ' ένα κόσκινο φακή.

Το τσικαλάκι





 Από τη συλλογή παραμυθιών σε επιλογή, μετάφραση και επίμετρο Αγνής Στρουμπούλη. *






Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γέρος και μία γριά. Δεν είχανε παιδί. Επαρακάλουν τον Θεό να τους δώσει ένα παιδάκι κι ας είναι και τσικαλάκι.
Με τα πολλά τους άκουσε ο Θεός και τους έδωσε ένα παιδί τσικαλάκι. Χαρά οι δυο οι γέροι!
Μια μέρα στη γειτονιά γινόταν ένας γάμος κι εκουβεντιάζανε οι γέροι ποίος τους να πάει.

- Να πάου εγώ..., λέει το τσικαλάκί.
- Όχι, εσύ είσαι μικρό!...
- Όχι θα πάου!...

Εδιάβη. Ήτανε πολύς κόσμος... Χαρά, γλέντι, χορός! Το τσικαλάκί είχε μαγευτεί.
Κάποια στιγμή που γινόταν η στεφάνωση κι αρχίζανε να πέφτουν τα κεράσματα, είπανε οι καλεσμένοι:

- Φέρτε κάτι να βάλομε τα προικιά της νύφης...
- Να τα βάλομε μες σε τούτο το τσικαλάκί!... είπε κάποιος.

Επιάσανε όλοι και βάλανε κεράσματα, μεταξωτά φορέματα, μαντίλια, κεντήματα...
Σε μια στιγμή που δεν το βλέπανε, τρέχει το τσικαλάκί στο σπίτι του και φωνάζει τη μάνα του:

- Μάνα, σου φέρνω προικιά!...
- Καλώς το το παιδάκι μου, καλώς το τσικαλάκί μου!...

Έβγαλε τα προικιά. Το τσικαλάκι φεύγει και ξαναπάει στο γάμο.
Μόλις εξαναμπήκε, άκουσε που ερώτα κάποιος:

- Φέρτε κάτι να βάλομε της νύφης τα φλωρία...
- Να! ένα τσικαλάκι, βάλτε τα επά!...

Πιάνουνε το τσικαλάκι, που είχε στηθεί εξεπίτηδες δίπλα, κι άλλος έβαζε μέσα φλωρία, άλλος χρυσά τάλιρα και κωνσταντινάτα κι άλλος χρυσαφικό ή μάλαμα. Μέχρι που εκοντογιόμισε.
Αφού εβάλανε όλοι, την ώρα που δεν το βλέπανε, τρέχει όξω το τσικαλάκι. Πάει στη μάνα του. Φωνάζει:

- Μάνα, μάνα, άνοιξε γιατί σου φέρνω φλωρία!...
- Καλώς το παιδάκι μου, καλώς το τσικαλάκι μου!...

Άδειασε τα φλωρία και τα χρυσαφικά σ' ένα πανέρι η μάνα του. Το τσικαλάκι φεύγει και ξαναπάει στο γάμο. Εκεί εγλεντούσαν και τρώγανε.
Η νύφη, που 'χε φάει πολύ, της ήρθε να τα κάμει και το 'πε κρυφά στην κοζούνα της [εξαδέλφη]. Εκείνη, που ήτανε και χαζή, φώναξε δυνατά:

- Φέρτε κάτι στη νύφη γιατί της ήρθε να τα κάμει!...

Είδε ο κόζουνος το τσικαλάκι και της τό 'δωσε κρυφά για να μην ξαναφωνάξει και να το δώσει στη νύφη ογλήγορα να μην τ' ακούνε όλοι...
Τα 'κάμε η νύφη μες στο τσικαλάκι.
Τρέχει εκείνο πάλι όξου και πάει στη μάνα του.

- Μάνα, μάνα, άνοιξε, σου φέρνω κι άλλα!...

Ανοίγει η μάνα του και είδε τι της έφερε.
Εθύμωσε πολύ και τ' αρπάζει απ' τ' αυτί, του δώνει μία και το κολλά στον τοίχο μαζί μ' εκείνα που 'χε μέσα!...

- Να! για να μάθεις παλιοκλέφτικο!...

- Άχο! είπε το τσικαλάκι... Καλά μ' έκαμες!.,. Όταν έφερνα άλλα πράματα μ' έλεες καλό, τώρα με λέεις κλέφτικο;

Πάνε οι γονιοί της νύφης κι επήραν όλα όσα είχε πάρει το Τσικαλάκι και την εβάρησαν τη γριά. Εβάρησαν και το Τσικαλάκι ξύλο πολύ, τόσο που άλλαξε κι από Τσικαλάκι έγινε παιδί...
Εγόγγα η γριά, εγόγγα το Τσικαλάκι... αλλά εχαίρονταν που 'γίνε παιδί...
Κι επερνούσαν καλά όλοι τους...

Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

Γιατί λέω παραμύθια



"Στα παλιά χρόνια, οι κυνηγοί στο μαύρο δάσος, όταν σημάδευαν ένα ζώο, προσπαθούσαν να το κάνουν χωρίς να βρεθούν πρόσωπο με πρόσωπο με το θήραμά τους, γιατί έλεγαν πως αν αντίκριζαν το βλέμμα του λίγο πριν το σκοτώσουν, τότε το πνεύμα του που ήταν γεμάτο θάνατο τους μαύριζε το αίμα. Αν γινόταν αυτό, ο κυνηγός γυρνούσε μόνος στο χωριό, απομονωνόταν για μέρες, δεν έτρωγε, δεν έπινε, δεν μιλούσε σε κανέναν ώσπου να νιώσει μέσα του πως ήρθε η ώρα να αφηγηθεί αυτή την ιστορία. Λέγοντας στους άλλους τι ακριβώς έγινε σ' εκείνο το κυνήγι κι αντίκρισε το βλέμμα του ζώου που σκότωσε, καθάριζε το αίμα του."

"Λέω παραμύθια για να καθαρίσω το μαύρο μου αίμα"
λέει ο γάλλος παραμυθάς Μισέλ Ιντενόκ. *

Αυτή η απάντηση εκφράζει την παραμυθού Λίλη Λαμπρέλλη, που εξηγεί:
"Όλοι οι παραμυθάδες το ξέρουμε καλά πως τα παραμύθια -και πάνω απ' όλα τα μαγικά παραμύθια- μας καθαρίζουνε το αίμα, που πάει να πει πως είναι απελευθερωτικά. Όσο κι αν κάποιες φορές, με μια πρώτη ματιά, μοιάζουν παθητικοί οι ήρωές τους, πάντα έρχεται η στιγμή ν' αντικρίσουν το βλέμμα του αγριμιού που είναι λουσμένο στο θάνατο, πάντα μαυρίζει το αίμα τους και πάντα στο τέλος, αποδεχόμενοι τη θνησιμότητα, μετακινούνται προς τη ζωή και το αίμα τους καθαρίζει."


Λίλη Λαμπρέλλη


"Λέω παραμύθια γιατί θέλω να θυμάμαι πως έχω χνάρια από φτερά.
Λέω παραμύθια για να θυμίζω σε όσους θέλουν ν' ακούσουν πως έχουν χνάρια από φτερά." *







Η Λίλη Λαμπρέλλη βρήκε τη δική της απάντηση "πριν κάμποσα χρόνια, μια μέρα που έβλεπα στην τηλεόραση ένα ντοκιμαντέρ για δεινόσαυρους. Επιστήμονες συζητούσαν για ένα απολίθωμα αυτού του παράξενου ζώου που είχε ίχνη φτερών και δεν ήξεραν αν ήταν ένα είδος που είχε πετάξει στο παρελθόν και βρισκόταν σ' ένα στάδιο εξέλιξης όπου χάνονταν τα φτερά του ή το αντίθετο, αν επρόκειτο να πετάξει στο μέλλον.
Εκείνη τη στιγμή, μπροστά στην ανοιχτή τηλεόραση, ψαχούλεψα την πλάτη μου, εκεί ανάμεσα στους ώμους, κι ένιωσα πως είχα τέτοια χνάρια. Έξαφνα, γεννήθηκε μέσα μου η ιδέα ότι αυτό είναι ο παραμυθάς: ένα πλάσμα που έχει χνάρια από φτερά. Άραγε να πετούσε κάποτε και με τις αφηγήσεις του θέλει να ιστορήσει μνήμες τ' ουρανού ή ετοιμάζεται να πετάξει και μιλάει ακατάπαυστα γι' αυτό, για να πάρει κουράγιο, επειδή δεν το αποφάσισε ακόμα;"


Αγνή Στρουμπούλη
"Όταν αφηγούμαι νιώθω υπέροχα!
Το Παραμύθι μου δίνει την ευκαιρία να μιλήσω για τα πιο βαθιά, άρα δύσκολα πράγματα με την αφέλεια της ματιάς ενός παιδιού."



"Η ένταση της ζωής κάνει να τον άνθρωπο να έχει την ανάγκη να θέλει να περιγράψει κάτι, να το πει, για να μπορέσει να το χωρέσει γιατί αλλιώς είναι αχώρετο.
Η αγωνία μπροστά στο θάνατο δημιουργεί αυτή την τάση για εξουσία που γίνεται ασύδοτη και ουσιαστικά σκοτώνει τη ζωή, πνίγει τη ζωή. Αυτή είναι η ανάγκη που μας οδηγεί να λέμε παραμύθια. Η συνείδηση της θνησιμότητάς μας που με το λόγο είναι σαν να αθανατίζεις ένα αίσθημά σου μία εμπειρία σου." *
"Όταν αφηγούμαι νιώθω υπέροχα! Το Παραμύθι μου δίνει την ευκαιρία να μιλήσω για τα πιο βαθιά, άρα δύσκολα πράγματα με την αφέλεια της ματιάς ενός παιδιού." *
"Τα λαϊκά παραμύθια μάς έρχονται από πολύ πολύ πολύ παλιά, από την παιδική ηλικία του ανθρώπου και σφύζουν από λαχτάρα για ζωή. Αυτό με συνεπαίρνει. Μιλούν με εικόνες, τον πιο "αθώο" τρόπο επικοινωνίας, γιατί απευθύνεται σε κάθε ηλικία, σε κάθε ευαισθησία, σε οποιοδήποτε επίπεδο μόρφωσης κ.λ.π., αφού η εικόνα μεταδιδόμενη με το λόγο και κυρίως με την εκφραστικότητα ολόκληρου του σώματος, σχηματίζεται τελικά στη φαντασία καθενός, όπως εκείνος θέλει.Αυτός λοιπόν ο πλούτος και η ελευθερία με καταγοήτευσαν και με κρατούν ακόμα σφιχτά κοντά τους." *

διαβάστε:
Συνέντευξη της Λίλης Λαμπρέλλη στο ΘΕΑΤΡΟ
Λίλη Λαμπρέλλη, η γητεύτρια των ουράνιων τόξων
Λίλη Λαμπρέλλη - προσωπική ιστοσελίδα
Συνέντευξη της Αγνής Στρουμπούλη στο ΘΕΑΤΡΟ
Τα λαϊκά παραμύθια είναι ένας τρόπος μύησης για τη ζωή - συνέντευξη Αγνής Στρουμπούλη
Συνέντευξη με την Αγνή Στρουμπούλη
Συνομιλία με την Αγνή Στρουμπούλη

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...